Κυβερνοασφάλεια

Μόλις 29 λεπτά χρειάζονται οι hackers για να κινηθούν μέσα στα εταιρικά δίκτυα

attack-black

Μόλις 29 λεπτά χρειάζονται πλέον, κατά μέσο όρο, οι κυβερνοεγκληματίες για να περάσουν από την αρχική παραβίαση ενός συστήματος στην πλευρική κίνηση μέσα σε ένα εταιρικό δίκτυο. Την ίδια στιγμή, η πλειονότητα των επιχειρήσεων εξακολουθεί να μετρά τον χρόνο αντίδρασης σε μια σοβαρή κυβερνοεπίθεση όχι σε λεπτά, αλλά σε ώρες.

Το 72% των εταιρειών εκτιμά ότι μπορεί να αντιδράσει σε ένα σοβαρό περιστατικό μέσα σε 1 έως 24 ώρες

Το έντονο αυτό χάσμα ανάμεσα στην ταχύτητα των επιτιθέμενων και στην ικανότητα αντίδρασης των οργανισμών αναδεικνύει η ThreatScene σε νέα ανάλυσή της για την κρίσιμη «πρώτη ώρα» ενός κυβερνοπεριστατικού. Συνδυάζοντας στοιχεία από πρόσφατες έρευνες των CrowdStrike, Kroll και Sygnia, επισημαίνει ότι η κυβερνοανθεκτικότητα εξελίσσεται πλέον όχι μόνο σε ζήτημα ταχύτητας εντοπισμού μιας απειλής, αλλά και σε ζήτημα ταχύτατης λήψης αποφάσεων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η ThreatScene από το Global Threat Report 2026 της CrowdStrike, ο μέσος χρόνος eCrime breakout - το διάστημα δηλαδή μεταξύ της αρχικής πρόσβασης και της μετακίνησης του επιτιθέμενου σε άλλο σύστημα - περιορίστηκε στα 29 λεπτά το 2025, από 48 λεπτά έναν χρόνο νωρίτερα. Στην ταχύτερη περίπτωση που καταγράφηκε, χρειάστηκαν μόλις 27 δευτερόλεπτα.

Στον αντίποδα, στοιχεία της Kroll για το 2026, που περιλαμβάνονται στην ίδια ανάλυση, δείχνουν ότι το 72% των εταιρειών θεωρεί ότι μπορεί να ανταποκριθεί σε ένα σοβαρό κυβερνοπεριστατικό σε χρονικό διάστημα από μία έως 24 ώρες. Μόλις το 19% εκτιμά ότι μπορεί να αντιδράσει σε λίγα λεπτά.

Από την ταχύτητα εντοπισμού στην ταχύτητα απόφασης

Η απόσταση αυτή αλλάζει και την ίδια τη συζήτηση γύρω από το cyber resilience. Η ταχεία ανίχνευση μιας επίθεσης δεν αρκεί, εάν μετά τον εντοπισμό της απαιτείται πολύτιμος χρόνος, προκειμένου να αποφασιστεί ποιος έχει την αρμοδιότητα να ενεργήσει.

Μια ομάδα κυβερνοασφάλειας μπορεί, για παράδειγμα, να εντοπίσει άμεσα ύποπτη δραστηριότητα. Το ερώτημα, όμως, είναι εάν έχει την εξουσιοδότηση να απομονώσει ένα κρίσιμο σύστημα, να διακόψει την πρόσβαση ενός στρατηγικού προμηθευτή ή να θέσει εκτός λειτουργίας μια υπηρεσία, που συνδέεται άμεσα με τα έσοδα της επιχείρησης.

Αντίστοιχα, η ενημέρωση πελατών, η αξιολόγηση του κατά πόσον ένα περιστατικό ενεργοποιεί κανονιστικές υποχρεώσεις γνωστοποίησης ή η μετάβαση μιας κρίσιμης υπηρεσίας σε εναλλακτικό τρόπο λειτουργίας ξεπερνούν τα στενά όρια του ΙΤ. Πρόκειται για αποφάσεις με οικονομικές, επιχειρησιακές, νομικές και δυνητικά σοβαρές επιπτώσεις στη φήμη ενός οργανισμού. Και ακριβώς σε αυτό το σημείο μπορεί να χαθεί ο πλέον κρίσιμος χρόνος: ο άνθρωπος που γνωρίζει τι πρέπει να γίνει δεν είναι απαραίτητα εκείνος που έχει και την εξουσιοδότηση να το αποφασίσει.

Το πρόβλημα του συντονισμού

Τη διάσταση αυτή ενισχύουν τα στοιχεία της Sygnia, που επικαλείται η ThreatScene. Σε έρευνα του 2026 μεταξύ 600 ανώτερων στελεχών με αρμοδιότητα στην κυβερνοασφάλεια, το 90% ανέμενε δυσκολίες στον συντονισμό των εμπλεκόμενων μερών κατά τη διάρκεια ενός σοβαρού περιστατικού, ενώ το 89% ανέφερε περιορισμένη συμμετοχή της διοίκησης ή του διοικητικού συμβουλίου. Παράλληλα, το 75% εκτίμησε ότι η εμπλοκή των νομικών υπηρεσιών και των ομάδων επικοινωνίας μπορεί να επιβραδύνει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Τα δεδομένα αναδεικνύουν μια κρίσιμη παράμετρο: ένα σχέδιο incident response από μόνο του δεν αρκεί. Οι επιχειρήσεις χρειάζονται πλέον μια σαφώς προκαθορισμένη «αρχιτεκτονική αποφάσεων», η οποία θα προσδιορίζει πριν από την εκδήλωση μιας επίθεσης ποιος έχει την αρμοδιότητα να ενεργήσει, υπό ποιες συνθήκες και με ποια όρια εξουσιοδότησης.

Σε αυτήν περιλαμβάνονται τα επίπεδα κλιμάκωσης ενός περιστατικού, οι προτεραιότητες επιχειρησιακής συνέχειας, η δυνατότητα απομόνωσης κρίσιμων συστημάτων, καθώς και η ευθύνη για την αξιολόγηση και την ενεργοποίηση των απαιτούμενων κανονιστικών γνωστοποιήσεων.

Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, καθώς το κανονιστικό περιβάλλον ενισχύει τις απαιτήσεις γύρω από την κυβερνοασφάλεια, τη διαχείριση κινδύνων και την αναφορά σοβαρών περιστατικών. Η συμμόρφωση, όπως τονίζει η εταιρεία, δεν αφορά πλέον μόνο την ύπαρξη διαδικασιών, αλλά και την ικανότητα ενός οργανισμού να αξιολογεί και να διαχειρίζεται εγκαίρως ένα περιστατικό.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Περισσότερα