Η τεχνητή νοημοσύνη γίνεται όπλο στα χέρια των κυβερνοεγκληματιών
Η τεχνητή νοημοσύνη μετατρέπεται σταδιακά σε ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία των κυβερνοεγκληματιών, επιτρέποντας τους να εξαπολύουν πιο στοχευμένες, πιο ευέλικτες και πιο αποτελεσματικές επιθέσεις. Από κακόβουλο λογισμικό που αξιοποιεί γενετική τεχνητή νοημοσύνη μέχρι εξελιγμένες τεχνικές phishing και νέες μορφές κοινωνικής μηχανικής, το τοπίο των κυβερνοαπειλών αλλάζει με ταχείς ρυθμούς, καθώς οι επιτιθέμενοι ενσωματώνουν την AI στο οπλοστάσιο τους.
Εμφάνιση AI-powered malware, την εξάπλωση νέων τεχνικών phishing και την ολοένα μεγαλύτερη αξιοποίηση της AI στις κυβερνοεπιθέσεις.
Σύμφωνα με την Έκθεση Απειλών της ESET για το 1ο εξάμηνο του 2026, οι κυβερνοεγκληματίες δεν στηρίζονται απαραίτητα σε εντελώς νέες τεχνικές, αλλά προσαρμόζουν γνωστές μεθόδους επίθεσης στις δυνατότητες που προσφέρει η τεχνητή νοημοσύνη. Η αξιοποίηση AI agents, εξειδικευμένων AI skills και μεγάλων γλωσσικών μοντέλων δημιουργεί ένα νέο περιβάλλον, όπου οι επιθέσεις μπορούν να σχεδιάζονται και να εκτελούνται με μεγαλύτερη ταχύτητα και σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα.
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της έκθεσης είναι η εμφάνιση του PromptSpy, το οποίο χαρακτηρίζεται ως το πρώτο γνωστό κακόβουλο λογισμικό για Android, που αξιοποιεί γενετική τεχνητή νοημοσύνη κατά την εκτέλεσή του. Η εξέλιξη αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς δείχνει ότι η AI δεν χρησιμοποιείται πλέον μόνο για την ανάπτυξη ή τη βελτίωση κακόβουλου λογισμικού, αλλά ενσωματώνεται πλέον και στη λειτουργία του.
Παράλληλα, οι ερευνητές εντόπισαν δεκάδες χιλιάδες ύποπτες και χιλιάδες επιβεβαιωμένα κακόβουλες δεξιότητες ΑΙ (AI skills), οι οποίες μπορούν να αξιοποιηθούν από AI agents για την εκτέλεση επιθέσεων ή την κατάχρηση νόμιμων εργαλείων. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται δεξιότητες, που αξιοποιούν γνωστά εργαλεία hacking, αλλά και άλλες, που μπορούν να εγκαθιστούν μηχανισμούς διατήρησης πρόσβασης ή να τροποποιούν τον κώδικα ενός συστήματος, αυξάνοντας την ευελιξία των επιτιθέμενων.
Νέα γενιά phishing και κοινωνικής μηχανικής
Η έκθεση καταγράφει, επίσης, σημαντικές αλλαγές στις τεχνικές εξαπάτησης των χρηστών. Η μέθοδος ClickFix, η οποία βασίζεται σε ψεύτικα μηνύματα σφάλματος, που παρακινούν τους χρήστες να εκτελέσουν κακόβουλες ενέργειες, επεκτείνεται πλέον σε υπηρεσίες τεχνητής νοημοσύνης, επεκτάσεις προγραμμάτων περιήγησης και περιβάλλοντα cloud.
Παράλληλα, οι ερευνητές εντόπισαν νέες παραλλαγές, όπως το AI-fix, που εκμεταλλεύεται την εμπιστοσύνη των χρηστών στις απαντήσεις που παράγει η γενετική τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και το ConsentFix, το οποίο στοχεύει στην κλοπή διακριτικών πρόσβασης (tokens) μέσω κατάχρησης της διαδικασίας εξουσιοδότησης OAuth. Με τον τρόπο αυτό, οι επιτιθέμενοι μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε λογαριασμούς cloud χωρίς να χρειάζεται να υποκλέψουν κωδικούς πρόσβασης, παρακάμπτοντας ακόμη και τον έλεγχο ταυτότητας πολλαπλών παραγόντων (MFA).
Ρεκόρ για το phishing μέσω QR
Την ίδια ώρα, συνεχίζεται η άνοδος του λεγόμενου quishing, δηλαδή του phishing μέσω κωδικών QR. Σύμφωνα με την ESET, περίπου το 11% όλων των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου phishing, που εντοπίστηκαν το 1ο εξάμηνο του 2026, περιείχαν κακόβουλους κωδικούς QR, ποσοστό που αποτελεί επίπεδο-ρεκόρ.
Η συγκεκριμένη τεχνική μεταφέρει την αλληλεπίδραση από τον υπολογιστή στο κινητό τηλέφωνο, παρακάμπτοντας συχνά τους μηχανισμούς προστασίας και εκμεταλλευόμενη την εμπιστοσύνη, που δείχνουν πολλοί χρήστες στους κωδικούς QR. Τα υψηλότερα ποσοστά εντοπισμών καταγράφηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ισπανία και το Μεξικό.
Το ransomware παραμένει ενεργό
Παρά την αυξανόμενη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, το ransomware εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες απειλές. Η ESET καταγράφει συνεχιζόμενη χρήση των λεγόμενων EDR killers, εργαλείων που έχουν σχεδιαστεί για να απενεργοποιούν λογισμικό προστασίας κατά τη διάρκεια μιας επίθεσης, ενώ νέες παραλλαγές εμφανίζονται διαρκώς.
Η έκθεση σημειώνει ότι οι επιθέσεις ransomware εξακολούθησαν να αυξάνονται κατά το 1ο εξάμηνο του 2026. Ωστόσο, μειώνεται σταθερά ο αριθμός των οργανισμών, που επιλέγουν να καταβάλουν λύτρα στους επιτιθέμενους, με πρόσφατες μελέτες να εκτιμούν ότι πλέον μόνο το 14%-28% των θυμάτων προχωρά σε πληρωμή.