Φυσική Τεχνητή Νοημοσύνη: Το επόμενο μεγάλο στοίχημα για επιχειρήσεις και βιομηχανία
Κρίσιμη μάζα αρχίζει σταδιακά να αποκτά η λεγόμενη «φυσική τεχνητή νοημοσύνη» (physical AI), καθώς επιχειρήσεις και οργανισμοί επιταχύνουν τη μετάβαση από τα πιλοτικά έργα σε εφαρμογές μεγάλης κλίμακας. Σύμφωνα με νέα έρευνα του Capgemini Research Institute, σχεδόν δύο στις τρεις εταιρείες (66%) κατατάσσουν πλέον τη φυσική AI στις βασικές προτεραιότητές τους για την επόμενη τριετία έως πενταετία, ενώ η υιοθέτησή της αναμένεται να αναδιαμορφώσει τη λειτουργία της βιομηχανίας, της εφοδιαστικής αλυσίδας και πλήθους άλλων κλάδων.
Το 66% των εταιρειών θέτει σε προτεραιότητα τη φυσική ΑΙ-Σε άνοδο τα ανθρωποειδή ρομπότ
Η δυναμική αυτή αποτυπώνεται και στο επίπεδο υιοθέτησης: το 79% των εταιρειών δηλώνει ότι ήδη ασχολείται με εφαρμογές φυσικής AI, ενώ το 27% έχει προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα, υλοποιώντας ή επεκτείνοντας λύσεις στην πράξη. Πρόκειται για μια σαφή μετατόπιση από την απλή αυτοματοποίηση σε συστήματα που μπορούν να λειτουργούν αυτόνομα στον φυσικό κόσμο, εκτελώντας σύνθετες εργασίες σε πραγματικό χρόνο.
Η αλλαγή αυτή στηρίζεται σε τεχνολογικές εξελίξεις, που επιταχύνουν την ωρίμανση του οικοσυστήματος. Τα λεγόμενα foundation models ενισχύουν τη «νοημοσύνη» των ρομπότ, επιτρέποντας τους να λειτουργούν σε πολύπλοκα περιβάλλοντα, ενώ οι τεχνολογίες προσομοίωσης μειώνουν δραστικά τον χρόνο εκπαίδευσης, καθιστώντας εφικτή τη μαζική ανάπτυξη εφαρμογών.
Παράλληλα, η συνεχής συλλογή δεδομένων από πραγματικές εφαρμογές δημιουργεί έναν αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο βελτίωσης, ενισχύοντας την απόδοση και την προσαρμοστικότητα των συστημάτων.
Στο ίδιο πλαίσιο, η μείωση του κόστους εξοπλισμού, οι εξελίξεις στο edge computing και στις μπαταρίες, καθώς και νέα επιχειρηματικά μοντέλα, όπως το robotics as a service, λειτουργούν ως επιταχυντές υιοθέτησης. Η βελτίωση της συνδεσιμότητας με τεχνολογίες, όπως τα ιδιωτικά δίκτυα 5G και η ακριβής ασύρματη εντοπισιμότητα, ενισχύει περαιτέρω τη δυνατότητα ανάπτυξης εφαρμογών σε μεγάλη κλίμακα.
Υψηλές προσδοκίες
Οι προσδοκίες των επιχειρήσεων είναι υψηλές. Το 60% των στελεχών εκτιμά ότι η φυσική AI θα επιτρέψει εφαρμογές ρομποτικής, που μέχρι σήμερα θεωρούνταν αδύνατες ή μη πρακτικές. Οι χρήσεις εκτείνονται από επικίνδυνες εργασίες και μικρο-εφοδιαστική μέχρι τη διαχείριση αποθηκών, την επιθεώρηση υποδομών και πιο εξειδικευμένες εφαρμογές στη μεταποίηση, την υγεία και την ασφάλιση.
Παράλληλα, η φυσική AI αναδεικνύεται σε βασικό εργαλείο για την επαναβιομηχάνιση. Το 43% των στελεχών δηλώνει ότι η ανάγκη επαναπατρισμού της παραγωγής αποτελεί βασικό λόγο επένδυσης στην τεχνολογία, ενώ η έλλειψη εργατικού δυναμικού αναδεικνύεται ως ο σημαντικότερος παράγοντας που οδηγεί στην υιοθέτησή της, υπερβαίνοντας ακόμη και το κόστος εργασίας. Το ζήτημα αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο σε κλάδους, όπως η γεωργία, το λιανεμπόριο, η υψηλή τεχνολογία και η εφοδιαστική αλυσίδα.
Η ευελιξία αποτελεί επίσης κρίσιμο πλεονέκτημα. Σχεδόν οι μισές εταιρείες επισημαίνουν ότι η φυσική AI επιτρέπει ταχύτερη αναδιάρθρωση της παραγωγής και των λειτουργικών διαδικασιών σε σύγκριση με την παραδοσιακή αυτοματοποίηση, ενώ πάνω από το 50% αναγνωρίζει βελτιώσεις στην ασφάλεια και μείωση της φυσικής καταπόνησης των εργαζομένων.
Ωστόσο, παρά τη δυναμική, η μετάβαση σε πλήρη κλίμακα παραμένει πρόκληση. Σχεδόν τα δύο τρίτα των στελεχών εκτιμούν ότι η φυσική AI θα φτάσει σε μαζική υιοθέτηση μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, αλλά μόλις το 4% δηλώνει ότι έχει ήδη πετύχει αυτή την κλίμακα. Επιπλέον, σχεδόν οκτώ στους δέκα αναγνωρίζουν εμπόδια, κυρίως λόγω ελλείψεων σε τεχνολογική ωριμότητα και επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Ανθρωποειδή ρομπότ
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούν τα ανθρωποειδή ρομπότ, τα οποία, παρά το υψηλό ενδιαφέρον, παραμένουν σε πρώιμο στάδιο. Το 72% των στελεχών εντοπίζει τεχνικούς περιορισμούς, όπως η αξιοπιστία και η επιδεξιότητα, ενώ το 63% επισημαίνει το υψηλό κόστος και το 58% τις δυσκολίες εκπαίδευσης.
Παράλληλα, περισσότεροι από έξι στους δέκα δηλώνουν αβεβαιότητα ως προς την απόδοση της επένδυσης, ενώ η κοινωνική αποδοχή παραμένει ζητούμενο, με την πλειονότητα να εκτιμά ότι η αντίσταση του κοινού θα αποτελέσει σημαντικό εμπόδιο.