Τηλεπικοινωνίες

Επενδυτικό κενό 205 δισ. απειλεί την ψηφιακή ανταγωνιστικότητα της ΕΕ

communication-tech

Με ένα επενδυτικό έλλειμμα που ξεπερνά τα €200 δισ. και με εμφανή υστέρηση έναντι των παγκόσμιων ανταγωνιστών της, η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη καμπή για το ψηφιακό της μέλλον. Νέα μελέτη της GSMA αποτυπώνει με σαφήνεια το μέγεθος της πρόκλησης: για να ολοκληρωθεί η ανάπτυξη του 5G και να αποκτήσει η ήπειρος δίκτυα αντίστοιχα με εκείνα των κορυφαίων ψηφιακών αγορών, απαιτούνται συνολικές επενδύσεις ύψους €475 δισ. έως το 2035.

Μόλις το 57% των απαιτούμενων επενδύσεων εκτιμάται ότι θα υλοποιηθεί έως το 2035-Η Ευρώπη υστερεί έναντι ΗΠΑ και Ασίας

Ωστόσο, από αυτά, μόνο τα €270 δισ., δηλαδή το 57% εκτιμάται ότι θα είναι τελικά διαθέσιμα, αφήνοντας ένα σημαντικό επενδυτικό κενό €205 δισ. Η υστέρηση της Ευρώπης δεν είναι θεωρητική, αλλά αποτυπώνεται ήδη σε βασικούς δείκτες ανάπτυξης των δικτύων.

Ενώ το λεγόμενο “πλήρες” 5G (5G standalone), που προσφέρει υψηλότερες ταχύτητες, χαμηλότερη καθυστέρηση και προηγμένες δυνατότητες υπηρεσιών, καλύπτει περίπου το 80% του πληθυσμού στην Κίνα και σχεδόν το 50% στην Ινδία, στην Ευρώπη φτάνει μόλις στο 2%. Η διαφορά αυτή αντανακλά το ευρύτερο επενδυτικό περιβάλλον, το οποίο χαρακτηρίζεται από χαμηλότερη ένταση κεφαλαίων και περιορισμένες δυνατότητες χρηματοδότησης.

Ενδεικτικό της εικόνας είναι το ύψος των επενδύσεων ανά σύνδεση. Στην Ευρώπη, το capex ανά σύνδεση ανέρχεται στα €35, όταν σε αγορές-ηγέτες της συνδεσιμότητας αγγίζει τα €70. Την ίδια στιγμή, παρά τη συνεχή αύξηση της χρήσης mobile internet κατά μέσο όρο 27% ετησίως από το 2018, τα έσοδα των παρόχων κινητής τηλεφωνίας καταγράφουν πτώση περίπου 3% τον χρόνο, περιορίζοντας περαιτέρω τη δυνατότητα αυτοχρηματοδότησης των επενδύσεων.

Το επενδυτικό μπαράζ των παρόχων

Το βάρος, άλλωστε, πέφτει σχεδόν αποκλειστικά στον ίδιο τον κλάδο. Οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι καλύπτουν το 85% των επενδύσεων σε υποδομές δικτύων, γεγονός που εντείνει την πίεση σε ένα ήδη ασφυκτικό οικονομικό περιβάλλον. Παρά το γεγονός ότι από το 2021 έχουν ήδη επενδυθεί €141 δισ., οι στόχοι της ευρωπαϊκής ψηφιακής στρατηγικής παραμένουν εκτός τροχιάς, με το επενδυτικό έλλειμμα να διευρύνεται.

Από το συνολικό κενό των €205 δισ., περίπου το ήμισυ απαιτείται για την ανάπτυξη 5G κατά μήκος των βασικών μεταφορικών δικτύων της Ευρώπης, όπως οδικοί άξονες, σιδηροδρομικές γραμμές και υδάτινες οδοί. Επιπλέον, €35 δισ. κρίνονται αναγκαία για την πλήρη κάλυψη του ευρωπαϊκού πληθυσμού, ενώ €38 δισ. θα κατευθυνθούν στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας των δικτύων.

Τέλος, €28 δισ. προορίζονται για την υποστήριξη υπηρεσιών, που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη και την καινοτομία, επιβεβαιώνοντας ότι το 5G αποτελεί κρίσιμη υποδομή για την επόμενη φάση της ψηφιακής οικονομίας.

Η εικόνα, που αναδεικνύει η έρευνα της GSMA, είναι ενδεικτική όχι μόνο του επενδυτικού ελλείμματος, αλλά και το διαρθρωτικού προβλήματος ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης. Σε αντίθεση με άλλες αγορές, όπου οι συνθήκες ευνοούν μεγαλύτερη συγκέντρωση και υψηλότερες αποδόσεις επενδύσεων, η ευρωπαϊκή αγορά παραμένει κατακερματισμένη και επιβαρυμένη από ρυθμιστικά κόστη.

Το αποτέλεσμα είναι χαμηλότερα περιθώρια κερδοφορίας και περιορισμένα κίνητρα για νέες επενδύσεις. Η μελέτη της GSMA καταγράφει, παράλληλα, συγκεκριμένες κατευθύνσεις για την κάλυψη του επενδυτικού κενού. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η ενίσχυση της συγκέντρωσης της αγοράς, καθώς τα τριμελή σχήματα παρόχων εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα επενδύσεων σε σχέση με αγορές με τέσσερις ή περισσότερους παίκτες.

Εξίσου κρίσιμη θεωρείται η αναθεώρηση της πολιτικής διαχείρισης φάσματος, καθώς το κόστος του έχει σχεδόν τριπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία, περιορίζοντας σημαντικά τη διαθέσιμη ρευστότητα. Μέτρα, όπως οι χαμηλότερου κόστους ανανεώσεις αδειών, θα μπορούσαν να απελευθερώσουν έως και €30 δισ. επενδυτικών κεφαλαίων.

Τέλος, επισημαίνεται η ανάγκη εξισορρόπησης του ρυθμιστικού πλαισίου, καθώς οι υφιστάμενοι κανόνες για την ουδετερότητα του διαδικτύου, την κυβερνοανθεκτικότητα και τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες επιβαρύνουν δυσανάλογα τους παρόχους, περιορίζοντας τις δυνατότητες ανάπτυξης εσόδων.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Περισσότερα