Ελληνικές ΜμΕ και ΑΙ: Στο 47% η υιοθέτηση, στο 10% η ουσιαστική αξιοποίηση
Σημαντική πρόοδο στην υιοθέτηση της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) καταγράφουν οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με τον Δείκτη Ετοιμότητας AI να αυξάνεται κατά 33% μέσα σε έναν χρόνο. Ωστόσο, παρά τη διεύρυνση της χρήσης, η ουσιαστική ενσωμάτωση στις καθημερινές επιχειρησιακές λειτουργίες παραμένει περιορισμένη, με τις ελλείψεις δεξιοτήτων και τεχνογνωσίας να αποτελούν τα σημαντικότερα εμπόδια.
Κατά 33% αυξήθηκε ο Δείκτης Ετοιμότητας AI των ελληνικών επιχειρήσεων το 2026
Σύμφωνα με τη δεύτερη ετήσια πανελλαδική έρευνα «AI Readiness Index 2026», που πραγματοποιήθηκε από την ENTERSOFTONE σε συνεργασία με το ELTRUN του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, το 47% των ελληνικών ΜμΕ αξιοποιεί, πλέον, εφαρμογές AI σε επιχειρηματικό επίπεδο, έναντι 39% το 2025. Παράλληλα, το ποσοστό των επιχειρήσεων, που έχουν προχωρήσει σε ουσιαστική επιχειρηματική αξιοποίηση της τεχνολογίας, διπλασιάστηκε, από 5% σε 10%. Ειδικότερα, το 7% έχει ενσωματώσει λύσεις AI στην κανονική λειτουργία του, ενώ το 3% δηλώνει ότι έχει, ήδη, επιτύχει μετρήσιμα επιχειρηματικά αποτελέσματα.
Ο συνολικός Δείκτης Ετοιμότητας AI αυξήθηκε από 15 στις 20 μονάδες, σε κλίμακα 100 μονάδων, καταγράφοντας βελτίωση κατά πέντε μονάδες σε ετήσια βάση. Παρά την πρόοδο, η επίδοση εξακολουθεί να αντιστοιχεί μόλις στο 20% της μέγιστης βαθμολογίας, αναδεικνύοντας τα σημαντικά περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης.
Σύμφωνα με την έρευνα, η εξοικείωση των επιχειρηματιών και των στελεχών με την Τεχνητή Νοημοσύνη ενισχύεται σταθερά. Το 76% των συμμετεχόντων δηλώνει ότι έχει χρησιμοποιήσει προσωπικά εφαρμογές AI, έναντι 72% το προηγούμενο έτος. Τα εργαλεία παραγωγής κειμένου, όπως το ChatGPT και το Gemini, παραμένουν η πλέον διαδεδομένη κατηγορία, με την τακτική χρήση να ανέρχεται στο 60%, από 51% το 2025. Ακολουθούν τα εργαλεία παραγωγής εικόνων και βίντεο, με ποσοστό τακτικής χρήσης 25%, έναντι 16% πέρυσι.
Σε αρχικό στάδιο
Αντίθετα, η αξιοποίηση περισσότερο εξειδικευμένων εφαρμογών βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο. Η τακτική χρήση εργαλείων αυτοματοποίησης διαδικασιών AI διαμορφώνεται στο 6%, ενώ οι εφαρμογές ενσωματωμένης Τεχνητής Νοημοσύνης σε συστήματα ERP και CRM και οι αυτόνομοι AI agents καταγράφουν ποσοστό 3% η καθεμία.
Στις επιμέρους επιχειρηματικές λειτουργίες, η δημιουργία κειμένων, παρουσιάσεων και αναφορών εμφανίζει την υψηλότερη υιοθέτηση, στο 24%, ενώ ακολουθεί η παραγωγή προωθητικού υλικού, στο 22%.
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας αφορά την απόσταση μεταξύ της αναγνωρισμένης ανάγκης αυτοματοποίησης και της πραγματικής εφαρμογής λύσεων AI. Η μελέτη εξετάζει 47 επιχειρηματικές διαδικασίες σε οκτώ βασικές λειτουργίες, από τις πωλήσεις και το μάρκετινγκ έως τη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού, την παραγωγή και τα χρηματοοικονομικά.
Ενδεικτικά, το 54% των επιχειρήσεων θεωρεί ιδιαίτερα σημαντική την αυτοματοποίηση και βελτιστοποίηση παραγωγικών διαδικασιών, ωστόσο μόλις το 5% έχει υιοθετήσει σχετικές εφαρμογές AI. Αντίστοιχα, το 55% αναγνωρίζει υψηλή αναγκαιότητα στη χρήση ψηφιακών βοηθών, που αξιοποιούν τα εσωτερικά δεδομένα της επιχείρησης, ενώ η πραγματική υιοθέτηση περιορίζεται στο 7%.
Η βελτίωση της παραγωγικότητας αναδεικνύεται σε βασική επιχειρηματική προτεραιότητα, με το 83% των επιχειρήσεων να χαρακτηρίζει τη χαμηλή παραγωγικότητα και τις καθυστερήσεις σημαντική πρόκληση. Ακολουθούν ο αυξημένος ανταγωνισμός με 78% και η διαχείριση μεγάλου όγκου δεδομένων με 77%.
Οι δεξιότητες το σημαντικότερο εμπόδιο
Η έλλειψη εξειδικευμένων δεξιοτήτων αποτελεί το κυριότερο εμπόδιο για την αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης, σύμφωνα με το 88% των επιχειρήσεων. Το 80% επισημαίνει την έλλειψη γνώσης σχετικά με τις δυνατότητες εφαρμογής του AI, ενώ το 75% αναφέρει την έλλειψη εξειδικευμένων επαγγελματιών.
Σημαντική πρόκληση αποτελεί και η ασφάλεια των δεδομένων, καθώς οι ανησυχίες για την κυβερνοασφάλεια αυξήθηκαν κατά 28 ποσοστιαίες μονάδες, φθάνοντας στο 69%. Στο πεδίο της κατάρτισης καταγράφεται πρόοδος. Το ποσοστό των επιχειρήσεων, που έχουν ήδη υλοποιήσει προγράμματα εκπαίδευσης στην Τεχνητή Νοημοσύνη, αυξήθηκε από 5% σε 10%, ενώ εκείνων, που έχουν προγραμματίσει σχετικές δράσεις για τον επόμενο χρόνο, ενισχύθηκε από 15% σε 25%. Ωστόσο, το 61% εξακολουθεί να εκδηλώνει ενδιαφέρον για μελλοντική εκπαίδευση, χωρίς να έχει προχωρήσει σε συγκεκριμένο σχεδιασμό.