Νέο πλαίσιο της ΕΕ για ταχύτερη τυποποίηση σε κρίσιμες τεχνολογίες
Ταχύτερους ρυθμούς στην ανάπτυξη ευρωπαϊκών προτύπων, ώστε η τυποποίηση να μπορεί να ακολουθήσει την ταχύτητα της τεχνολογικής καινοτομίας, επιδιώκει να επιβάλει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Με το νέο πλαίσιο που προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο μέσος χρόνος ανάπτυξης ενός προτύπου εκτιμάται ότι μπορεί να μειωθεί από τα έξι στα τέσσερα χρόνια, περιορίζοντας ένα από τα εμπόδια, που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις στην προσπάθειά τους να φέρουν νέες τεχνολογίες και προϊόντα στην αγορά.
Στόχος η μείωση του χρόνου ανάπτυξης προτύπων από 6 σε 4 χρόνια-Στο επίκεντρο κυβερνοασφάλεια, προηγμένη παραγωγή και καθαρές τεχνολογίες
Η αλλαγή έχει ιδιαίτερη σημασία για τον κλάδο της τεχνολογίας, καθώς τα ευρωπαϊκά πρότυπα επηρεάζουν κρίσιμα πεδία, από την κυβερνοασφάλεια και την προηγμένη παραγωγή έως τις καθαρές τεχνολογίες, τους συσσωρευτές και άλλες στρατηγικές βιομηχανικές εφαρμογές. Ειδικά δε σε ένα περιβάλλον, όπου οι τεχνολογικοί κύκλοι γίνονται ολοένα και συντομότεροι, η Ευρώπη αναγνωρίζει ότι οι σημερινοί χρόνοι τυποποίησης δεν συμβαδίζουν πάντα με την ταχύτητα των τεχνολογικών εξελίξεων.
Τα εναρμονισμένα ευρωπαϊκά πρότυπα αποτελούν βασικό μηχανισμό μέσω του οποίου οι επιχειρήσεις αποδεικνύουν ότι προϊόντα και υπηρεσίες συμμορφώνονται με τη νομοθεσία της ΕΕ. Παράλληλα, περιορίζουν το κόστος συμμόρφωσης, ενισχύουν τη διαλειτουργικότητα και παρέχουν μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου στις επιχειρήσεις. Η έγκαιρη ανάπτυξή τους αποκτά, συνεπώς, ιδιαίτερη σημασία σε τεχνολογικούς τομείς, όπου νέα προϊόντα και εφαρμογές εισέρχονται στην αγορά με πολύ υψηλές ταχύτητες.
Ταχύτερη πρόσβαση στην αγορά
Για να περιορίσει αυτό το χάσμα, η Επιτροπή προτείνει σαφέστερες προθεσμίες για την ανάπτυξη των προτύπων που ζητά η ίδια, καθώς και μεγαλύτερη ευελιξία στη χρήση εξωτερικών τεχνικών προδιαγραφών, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και δικλίδες ασφαλείας. Ιδιαίτερη σημασία για τις επιχειρήσεις τεχνολογίας έχει η δυνατότητα αξιοποίησης ενδιάμεσων παραδοτέων πριν από την ολοκλήρωση ενός πλήρους προτύπου.
Με τον τρόπο αυτό, καινοτόμες λύσεις θα μπορούν να υποστηρίζονται νωρίτερα ως προς τη συμμόρφωσή τους με το ευρωπαϊκό πλαίσιο και να φτάνουν ταχύτερα στην αγορά. Παράλληλα, σε επείγουσες περιπτώσεις ή σε εξαιρετικά εξειδικευμένα τεχνολογικά πεδία, προβλέπεται η δυνατότητα συμμετοχής και άλλων οργανισμών ανάπτυξης προτύπων στις τεχνικές εργασίες. Στόχος είναι ένα πιο ευέλικτο σύστημα, ικανό να ανταποκρίνεται σε τεχνολογίες, που εξελίσσονται ταχύτερα από τους παραδοσιακούς ρυθμούς της διαδικασίας τυποποίησης.
Η γεωπολιτική διάσταση των προτύπων
Η ευρωπαϊκή πρωτοβουλία έχει και σαφή γεωπολιτική διάσταση. Τα τεχνολογικά πρότυπα δεν αποτελούν, πλέον, μόνο τεχνικό εργαλείο λειτουργίας της ενιαίας αγοράς. Η δυνατότητα μιας οικονομίας να επηρεάζει τους κανόνες και τις τεχνικές προδιαγραφές που υιοθετούνται διεθνώς, μεταφράζεται σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τις επιχειρήσεις της και σε μεγαλύτερη επιρροή στις παγκόσμιες αγορές.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι οικονομίες, που επενδύουν συστηματικά στον καθορισμό προτύπων, έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να δουν τις δικές τους προδιαγραφές να υιοθετούνται διεθνώς. Για τον λόγο αυτό, το νέο πλαίσιο επιδιώκει ισχυρότερο ευρωπαϊκό συντονισμό στη διεθνή τυποποίηση και στενότερη σύνδεση της με τις στρατηγικές και τεχνολογικές προτεραιότητες της ΕΕ.
Στην ίδια κατεύθυνση προβλέπεται η δημιουργία ευρωπαϊκού κέντρου εμπειρογνωμόνων για την τυποποίηση, με στόχο ισχυρότερη στρατηγική καθοδήγηση και καλύτερο συντονισμό μεταξύ διαφορετικών πολιτικών και τεχνολογικών πεδίων.
Παράλληλα, ενισχύεται η συμμετοχή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, της ακαδημαϊκής κοινότητας και των δημόσιων αρχών στη διαμόρφωση των προτύπων, ενώ προβλέπεται ελεύθερη πρόσβαση στα πρότυπα, που αναπτύσσονται βάσει της ευρωπαϊκής νομοθεσίας μέσω ειδικών αποθετηρίων.
Η πρόταση θα εξεταστεί πλέον από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Η κατεύθυνση, πάντως, είναι σαφής: σε μια περίοδο έντονου παγκόσμιου τεχνολογικού ανταγωνισμού, η Ευρώπη επιχειρεί να μετατρέψει την τυποποίηση από τεχνικό μηχανισμό λειτουργίας της ενιαίας αγοράς σε εργαλείο βιομηχανικής πολιτικής, καινοτομίας και τεχνολογικής κυριαρχίας.