Ψηφιακή Δεκαετία 2030: Πρόοδος στις υποδομές, επίμονα ελλείμματα σε δεξιότητες και επιχειρήσεις
Σημαντική πρόοδο στην ψηφιακή της μετάβαση κάνει η Ελλάδα, ενισχύοντας τις επιδόσεις της σε κρίσιμους τομείς, όπως οι ψηφιακές υποδομές, η κυβερνοασφάλεια, η διακυβέρνηση δεδομένων και οι ηλεκτρονικές δημόσιες υπηρεσίες. Την ίδια στιγμή, όμως, η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις σε δύο από τα πλέον κρίσιμα πεδία για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας: τις ψηφιακές δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού και τον ψηφιακό μετασχηματισμό των επιχειρήσεων.
Σημαντικά βήματα σε υποδομές, κυβερνοασφάλεια, δημόσιες ψηφιακές υπηρεσίες στην Ελλάδα-Ελλείμματα σε δεξιότητες και αξιοποίηση ΑΙ
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης «Digital Decade Country Report 2026» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία δημοσιοποιήθηκε χθες και αποτιμά την πρόοδο των κρατών-μελών τους στόχους της Ψηφιακής Δεκαετίας 2030. Η έκθεση αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα έχει δημιουργήσει τα ένα ώριμο πλαίσιο για την αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών, με αιχμή την εθνική στρατηγική κυβερνοασφάλειας και το πλαίσιο διακυβέρνησης δεδομένων.
Ωστόσο, επισημαίνει ότι οι επιδόσεις δεν έχουν μεταφραστεί στον βαθμό που απαιτείται σε παραγωγικότητα, καινοτομία και ανταγωνιστικότητα για τον επιχειρηματικό τομέα.
Η Ελλάδα έχει θέσει 14 εθνικούς στόχους στο πλαίσιο της Ψηφιακής Δεκαετίας, εκ των οποίων οι οκτώ ευθυγραμμίζονται πλήρως με τους ευρωπαϊκούς στόχους για το 2030. Σύμφωνα με την αξιολόγηση της Επιτροπής, το 62% των εθνικών δεικτών, που παρακολουθούνται, βρίσκεται εντός τροχιάς επίτευξης των στόχων. Παράλληλα, η χώρα έχει ήδη ανταποκριθεί στο 83% των συστάσεων, που είχε λάβει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2025, είτε μέσω σημαντικών μεταρρυθμίσεων, είτε μέσω νέων πολιτικών παρεμβάσεων.
Στο μεταξύ, ο ελληνικός οδικός χάρτης για την Ψηφιακή Δεκαετία περιλαμβάνει 125 επιμέρους μέτρα, συνολικού προϋπολογισμού €6,1 δισ. δημόσιας χρηματοδότησης, ενώ εκτιμάται ότι θα κινητοποιηθούν επιπλέον ιδιωτικές επενδύσεις ύψους περίπου €7 δισ. Παράλληλα, η Ελλάδα έχει δεσμεύσει €7,8 δισ. από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας για δράσεις ψηφιακού μετασχηματισμού, ενώ ακόμη €3,1 δισ. από τα κονδύλια της Πολιτικής Συνοχής κατευθύνονται προς τον ίδιο στόχο.
Τα ατού και τα μελανά σημεία
Στο πεδίο των ψηφιακών υποδομών, η εικόνα είναι θετική, αν και η χώρα εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου σε αρκετούς δείκτες. Η κάλυψη με οπτική ίνα μέχρι το κτίριο (FTTP) αυξήθηκε στο 59,8% από 46,1% ένα χρόνο νωρίτερα, καταγράφοντας μία από τις υψηλότερες ετήσιες βελτιώσεις στην Ευρώπη. Ωστόσο, το ποσοστό παραμένει χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ε.Ε., που ανέρχεται στο 74,1%. Αντίθετα, η ανάπτυξη των δικτύων πέμπτης γενιάς εμφανίζει ιδιαίτερα υψηλές επιδόσεις, με την πληθυσμιακή κάλυψη 5G να αγγίζει το 99,5%, έναντι 96,8% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η έκθεση αναδεικνύει, επίσης, τον ρόλο, που επιχειρεί να αποκτήσει η Ελλάδα στις τεχνολογίες αιχμής. Το AI Factory «Φάρος», οι τέσσερις κόμβοι Antennas, το έργο κβαντικών επικοινωνιών, που συντονίζει η χώρα και το Ελληνικό Κέντρο Ικανοτήτων Μικροηλεκτρονικής αποτελούν, σύμφωνα με την Επιτροπή, σημαντικά περιουσιακά στοιχεία για την ανάπτυξη ενός εγχώριου οικοσυστήματος καινοτομίας. Η Ελλάδα συμμετέχει, επίσης, σε ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, όπως το EuroHPC, το Chips Joint Undertaking και το IPCEI για τη μικροηλεκτρονική και τις τεχνολογίες επικοινωνιών.
Παρά τη θετική αυτή εικόνα, οι ελληνικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να εμφανίζουν χαμηλές επιδόσεις στην αξιοποίηση προηγμένων ψηφιακών τεχνολογιών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, μόλις το 8,9% των επιχειρήσεων χρησιμοποιεί εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης φθάνει το 20%. Αντίστοιχα, η χρήση υπηρεσιών cloud ανέρχεται στο 21,3%, έναντι 46,7% στην Ε.Ε., ενώ η αξιοποίηση λύσεων ανάλυσης δεδομένων περιορίζεται στο 31,5%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος φθάνει το 39,9%.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στον συνολικό βαθμό ψηφιακής ωριμότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Το ποσοστό των ΜμΕ, που διαθέτουν τουλάχιστον βασικό επίπεδο ψηφιακής έντασης, ανέρχεται στο 56%, βελτιωμένο σε σχέση με το προηγούμενο έτος, αλλά αισθητά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 71,4% και αρκετά μακριά από τον στόχο του 90% για το 2030. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποδίδει τις χαμηλές επιδόσεις, κυρίως, στη μικρή απορροφητική ικανότητα πολλών επιχειρήσεων, στις ελλείψεις δεξιοτήτων και σε διοικητικά εμπόδια, που επιβραδύνουν τις επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες.
Σημαντική υστέρηση στις δεξιότητες
Ακόμη πιο έντονα είναι τα προβλήματα στο πεδίο των ψηφιακών δεξιοτήτων. Η Ελλάδα όχι μόνο εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά καταγράφει και οπισθοχώρηση. Μόλις το 50,9% των πολιτών ηλικίας 16 έως 74 ετών διαθέτει τουλάχιστον βασικές ψηφιακές δεξιότητες, έναντι 60,4% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται, μάλιστα, για μείωση κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2023, την ώρα που η Ε.Ε. συνολικά καταγράφει βελτίωση κατά 4,3 μονάδες. Η κατάσταση είναι ακόμη πιο δύσκολη για τα άτομα με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, καθώς μόλις το 22,6% διαθέτει βασικές ψηφιακές δεξιότητες.
Εξίσου ανησυχητική είναι η εικόνα όσον αφορά τη διαθεσιμότητα εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού. Οι ειδικοί ΤΠΕ αντιπροσωπεύουν μόλις το 2,5% της συνολικής απασχόλησης στη χώρα, ποσοστό που παραμένει στάσιμο και βρίσκεται σημαντικά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 5%. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η έλλειψη εξειδικευμένων στελεχών συνιστά έναν από τους σημαντικότερους περιοριστικούς παράγοντες για την επιτάχυνση της ψηφιακής μετάβασης της ελληνικής οικονομίας.
Στον αντίποδα, ιδιαίτερα θετικές είναι οι επιδόσεις της χώρας στις ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες. Οι υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις έφτασαν το 86% και προς τους πολίτες το 79,4%, ενώ η πρόσβαση σε ηλεκτρονικούς φακέλους υγείας εκτινάχθηκε στο 93,8%, υπερβαίνοντας τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 86,5%. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με την υλοποίηση του Εθνικού Ηλεκτρονικού Φακέλου Υγείας, την εφαρμογή MyHealth και τη γενικότερη πρόοδο, που έχει επιτευχθεί στην ψηφιοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών.