Έρευνες - Μελέτες

Το 14% των ελληνικών εταιρειών υιοθέτησε το e-banking λόγω capital controls

bankinginternet

Στην ψηφιακή οδό συναλλαγών έστρεψε τις ελληνικές επιχειρήσεις η επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων. Ποιώντας την ανάγκη φιλοτιμία, ειδικά οι μικρές εγχώριες επιχειρήσεις στήριξαν, την περίοδο των capital controls, στην τεχνολογία ένα σημαντικό τμήμα της λειτουργικής τους αποτελεσματικότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι το 12% των μικρών επιχειρήσεων της ελληνικής αγοράς, λόγω των κεφαλαιακών ελέγχων, εγκατέστησε μηχανήματα για κάρτες (POS), με το 14% να ξεκινά τη χρήση υπηρεσιών e-banking, σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία του.

Το συνολικό ποσοστό των ΜμΕ στην Ελλάδα, που διαθέτουν POS, μετά από την επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων ανέρχεται στο 40% από 32% προ της επιβολήςΣύμφωνα με έρευνα της Εθνικής Τράπεζας, η επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων είχε δύο θετικές επιδράσεις στη λειτουργική αποτελεσματικότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και της ελληνικής οικονομίας ευρύτερα. Η πρώτη είναι ότι αυξήθηκε το ποσοστό των ΜμΕ που διαθέτει POS, με την επίδραση αυτή να είναι, μάλιστα, πιο έντονη στις μικρότερες επιχειρήσεις (με πωλήσεις μέχρι €2,5 εκατ.). Ως αποτέλεσμα, μετά από την επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων, το συνολικό ποσοστό των ΜμΕ στην Ελλάδα, που διαθέτουν POS, ανέρχεται στο 40% (ποσοστό αντίστοιχο με των μεγαλύτερων επιχειρήσεων). Προ της επιβολής των κεφαλαιακών ελέγχων, το ποσοστό των μικρομεσαίων εταιρειών, που έκανε χρήση POS αντιστοιχούσε στο 32%.

Στο μεταξύ, οι τομείς του Εμπορίου, των Κατασκευών, της Βιομηχανίας, οι ΜμΕ και ο κλάδος των Υπηρεσιών, είναι εκείνοι, που, κατά τη διάρκεια των capital controls, αύξησαν περισσότερο τη χρήση POS.

Η δεύτερη θετική επίδραση των κεφαλαιακών ελέγχων, όπως διαπιστώνει η μελέτη της Εθνικής Τράπεζας, συνδέεται με την αύξηση του ποσοστού των ΜμΕ, που κάνει χρήση e-banking, η οποία, επίσης, ήταν πιο έντονη στις μικρότερες επιχειρήσεις (με πωλήσεις μέχρι €2,5 εκατ.). 

Η Πληροφορική άντεξε
Η έρευνα της Εθνικής Τράπεζας, καταγράφοντας τις συνέπειες των κεφαλαιακών ελέγχων στο εγχώριο επιχειρείν, διαπιστώνει ότι η Πληροφορική ανήκει στους κλάδους, που επέδειξαν τη μεγαλύτερη αντοχή στους ισχυρούς κλυδωνισμούς των capital controls. Σύμφωνα με τα ευρήματά της, εκτός από τις τουριστικές επιχειρήσεις, που, επίσης, εμφάνισαν υψηλή αντοχή έναντι των κεφαλαιακών ελέγχων και διατήρησαν σχεδόν σταθερές τις πωλήσεις τους στα επίπεδα του 2014, ο κλάδος της Πληροφορικής, επίσης, επέδειξε αντοχές ρευστότητας. “Ο κλάδος χαρακτηρίζεται από υψηλές προσδοκίες ανάπτυξης, τόσο σε βραχυπρόθεσμο, όσο και σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα”, αναφέρει η έκθεση και παράλληλα διαπιστώνει ότι ο κλάδος έχει το υψηλότερο ποσοστό επαρκών χρηματικών διαθεσίμων εκτός τραπεζικού συστήματος (33% του τομέα έναντι 19% κατά μέσο όρο για τις λοιπές υπηρεσίες).

Πάντως, αν και γενικότερα πολύ μικρό ποσοστό του τομέα των ΜμΕ μετέφερε την έδρα του εκτός Ελλάδας λόγω των κεφαλαιακών ελέγχων (1%), το ποσοστό αυτό είναι υψηλότερο στον κλάδο της Πληροφορικής αγγίζοντας το 5%. 

Επίδραση
Συνολικά, σύμφωνα με την έκθεση, οι μικρομεσαίες και κυρίως, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις είναι εκείνες που υπέστησαν την πιο σημαντική πτώση πωλήσεων λόγω των κεφαλαιακών ελέγχων. Βάσει ερωτηματολογίου σε δείγμα 1.200 επιχειρήσεων, η μείωση άγγιξε το 15% το 3ο τρίμηνο του 2015 σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2014, έναντι πτώσης 4% κατά το 2ο τρίμηνο του 2015, με την πτώση για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις να φτάνει το 23% και το 10% κατά τα αντίστοιχα τρίμηνα.

Παράλληλα, οι εξαγωγές δέχθηκαν πιέσεις, με αποτέλεσμα να περιοριστούν κατά 9% το 3ο τρίμηνο του 2015, σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2014 (με την πτώση για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις να φτάνει το 28% κατά το αντίστοιχο διάστημα).

Τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι ΜμΕ από την επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων, σύμφωνα με την έρευνα της Εθνικής Τράπεζας, αφορούν την προμήθεια πρώτων υλών (39% του τομέα σε μεγάλο βαθμό και 39% σε κάποιο βαθμό), τη χρήση υπηρεσιών από το εξωτερικό (35% του τομέα σε μεγάλο βαθμό και 27% σε κάποιο βαθμό) και την είσπραξη απαιτήσεων (31% του τομέα σε μεγάλο βαθμό και 51% σε κάποιο βαθμό).