Δυναμικές, αλλά με περιορισμένους ορίζοντες εξωστρέφειας, οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις
Προσκόμματα στο δρόμο τους προς τις αγορές του εξωτερικού συνεχίζουν να συναντούν οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) και μάλιστα σε μια χρονική συγκυρία, που η εξωστρέφεια συνιστά βασικό προαπαιτούμενο για την επιβίωση. Αν και ο βαθμός εξωστρέφειας των ΜμΕ αυξήθηκε οριακά την τελευταία πενταετία, αντιπροσωπεύοντας το 9% του κύκλου εργασιών, από 8% το 2008, το επίπεδο εξαγωγών της μέσης ΜμΕ μειώθηκε την τελευταία πενταετία. Συγκεκριμένα, μόλις το 1/3 των εξαγωγικών ΜμΕ έχουν προχωρήσει σε αύξηση του ποσοστού εξωστρέφειας τους, ενώ υπήρξε και ένα 15% που μείωσε το ποσοστό των πωλήσεων, που πραγματοποιείται στο εξωτερικό.
Σύμφωνα με την εξαμηνιαία έρευνα συγκυρίας της Εθνικής Τράπεζας για τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις, που βασίζεται σε δείγμα 1.100 εταιρειών, κύριοι παράγοντες, που ναρκοθετούν το άλμα εξωστρέφειας των ελληνικών ΜμΕ, συνδέονται με θεσμικές αγκυλώσεις, με βασικότερες την υψηλή γραφειοκρατία και τις δυσλειτουργίες των τελωνείων, με την ανεπαρκή πρόσβαση σε ειδικές χρηματοδοτήσεις εξαγωγών, όπως προχρηματοδότηση παραγγελιών και παροχή εγγυοδοσίας για τη διενέργεια εμπορικών συναλλαγών και με τις αδυναμίες στο δίκτυο προώθησης και στις υποδομές μεταφορών.
“Υπάρχουν αυξημένα περιθώρια επιτάχυνσης της ανάκαμψης του επιχειρηματικού τομέα, καθώς η εξωστρέφεια δεν έχει ακόμα καταφέρει να λειτουργήσει ως δυναμικός πυλώνας ανάκαμψης”, σημειώνει η έκθεση και τονίζει ότι, εφόσον τα αντικίνητρα αυτά αρθούν και ενισχυθούν τα κίνητρα για εξαγωγές, υπάρχουν σημαντικές προοπτικές για θετικά αποτελέσματα, καθώς οι ΜμΕ φαίνεται να στηρίζουν την εξωστρέφεια σε ισχυρά ενδογενή ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, όπως η ποιότητα του προϊόντος και οι ικανότητες των εργαζομένων που απασχολούν). Συγκεκριμένα, ποσοστό της τάξης του 16% των ΜμΕ είναι δυνητικοί εξαγωγείς, οι οποίοι δεν εξάγουν αλλά προτίθενται να προχωρήσουν σε εξαγωγές αν αρθούν τα προαναφερθέντα βασικά εμπόδια.
Κλάδοι με προοπτικές
Από τις επιμέρους διαπιστώσεις της έκθεσης της Εθνικής Τράπεζας ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαπίστωση ότι θετική είναι η εξαγωγική συμπεριφορά κλάδων, όπως οι βιομηχανίες τροφίμων και χημικών, ο τουρισμός και οι μεταφορές, όπου η αύξηση εξωστρέφειας μετρίασε ή και αντιστάθμισε την πτωτική πορεία της εγχώριας ζήτησης.
Εντυπωσιακή χαρακτηρίζει η μελέτη και την εξαγωγική συμπεριφορά των ΜμΕ της επαρχίας, οι οποίες αύξησαν σημαντικά την εξωστρέφεια τους την τελευταία διετία (με τις εξαγωγικές ΜμΕ να εξάγουν 44% των πωλήσεων το 2014, από 24% το 2012), ακολουθώντας στοχευμένες στρατηγικές για να αντιμετωπίσουν την εγχώρια χαμηλή ζήτηση. Αντίθετα, οι ΜμΕ στις δύο μεγάλες πόλεις μείωσαν την εξωστρέφεια τους στο αντίστοιχο διάστημα, καθώς ως βασικό κίνητρο εξαγωγών είναι η ευκαιρία επέκτασης.
"Η αδύναμη σχετικά εξαγωγική συμπεριφορά των ΜμΕ δεικνύει ότι η σημαντική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας σε όρους κόστους, που επιτεύχθηκε από τη μείωση του κόστους εργασίας κατά 50% την τελευταία πενταετία, δεν αρκεί για να αναδειχθούν οι εξαγωγές σε κινητήρια δύναμη της ανάκαμψης", επισημαίνει η έκθεση. Υπογραμμίζει δε ότι σημαντικό παραμένει το πρόβλημα ρευστότητας, με την πίεση να αυξάνεται κυρίως από την ταχύτερη πληρωμή των προμηθευτών. Ωστόσο, οι συνθήκες ρευστότητας στο 1ο εξάμηνο του 2014 παραμένουν καλύτερες συγκριτικά με την αντίστοιχη περίοδο του 2013.
Όσον αφορά τους επιμέρους τομείς δραστηριότητας τις καλύτερες προσδοκίες στον τομέα των ΜμΕ παρουσιάζει η βιομηχανία, με τους κλάδους τροφίμων και χημικών να ξεχωρίζουν θετικά. Οι ΜμΕ υπηρεσιών, επίσης, παρουσιάζουν ανοδική ζήτηση (κυρίως τουρισμός και μεταφορές), ενώ είναι και ο κλάδος με την εντονότερη βελτίωση στο δείκτη εμπιστοσύνης το προηγούμενο εξάμηνο. Οι χρηματοοικονομικές αδυναμίες (κυρίως ζημιογόνα αποτελέσματα και υπερδανεισμός) επιβαρύνουν τις εμπορικές ΜμΕ και δεν τους επιτρέπουν να εκμεταλλευτούν τις βελτιωμένες συνθήκες ζήτησης. Πιο αδύναμος συνεχίζει να εμφανίζεται ο κλάδος των κατασκευών, παραμένοντας ο μόνος κλάδος με εκτιμώμενη πτώση ζήτησης το επόμενο εξάμηνο.
Δυναμικές οι ΜμΕ της Θεσσαλονίκης
Οι ΜμΕ, που δραστηριοποιούνται στη Θεσσαλονίκη, σύμφωνα με την έκθεση της Εθνικής, υπερισχύουν - με υψηλότερη αντοχή, καλύτερη κερδοφορία και μικρότερο πρόβλημα ρευστότητας συγκριτικά με εκείνες της Αθήνας και της επαρχίας. Η καλύτερη εικόνα τους εν μέρει οφείλεται στην ευκολότερη πρόσβαση στις αγορές της Ν.Α. Ευρώπης (οι οποίες απορροφούν το ½ των εξαγωγών τους). Παράλληλα, ο αυξημένος ανταγωνισμός από τις χώρες αυτές έχει ωθήσει τις ΜμΕ της Θεσσαλονίκης να λειτουργούν αποτελεσματικότερα, καθώς (i) το κόστος εργασίας ως ποσοστό των πωλήσεων είναι 26% στη Θεσσαλονίκη έναντι 30% στην υπόλοιπη Ελλάδα και (ii) το 67% των ΜμΕ της Θεσσαλονίκης θεωρεί την υψηλή ποιότητα των προϊόντων τους ως το συγκριτικό πλεονέκτημα εξαγωγών (έναντι 57% για την υπόλοιπη Ελλάδα).
Συνολικά, οι ΜμΕ σε Αθήνα και - κυρίως - σε Θεσσαλονίκη είναι συνολικά πιο χρηματοοικονομικά υγιείς, ωστόσο οι ΜμΕ στην επαρχία παρουσιάζουν ενισχυμένες τάσεις βελτίωσης. “Αν και οι ΜμΕ με εξαγωγική δραστηριότητα είναι λίγες στην επαρχία (21% έναντι 40% στις μεγάλες πόλεις), κατάφεραν να βελτιώσουν σημαντικά την εξωστρέφειά τους (με τις εξαγωγές να καλύπτουν το 44% των πωλήσεων το 2014, από 24% το 2012), ακολουθώντας στοχευμένες στρατηγικές για να αντιμετωπίσουν την εγχώρια χαμηλή ζήτηση. Αντίθετα, οι ΜμΕ στις δύο μεγάλες πόλεις μείωσαν την εξωστρέφειά τους στο αντίστοιχο διάστημα, καθώς βασικό κίνητρο εξαγωγών είναι η ευκαιρία επέκτασης και όχι μια συστηματική στρατηγική εξαγωγών”.
Νατάσα Φραγκούλη