Η κρίση «πλήγωσε» τις επενδύσεις στην καινοτομία - μεγαλώνει η απόσταση της Ελλάδας από τον μέσο Κοινοτικό όρο
Μεγαλώνει η απόσταση, που χωρίζει την Ελλάδα από την ομάδα των ευρωπαϊκών κρατών, τα οποία διακρίνονται για τις επενδύσεις στην καινοτομία, με τη χώρα μας να αποκλίνει, την περίοδο της κρίσης, περαιτέρω από τον Κοινοτικό μέσο όρο. Οι επιδόσεις της Ελλάδας σε θέματα καινοτομίας, σε σχέση με την Ε.Ε., μειώθηκαν από το 74% το 2008 στο 69% το 2013, υπογραμμίζοντας με μελανά χρώματα ότι η οικονομική κρίση στην Ελλάδα είχε ένα ακόμη …θύμα. Την ίδια στιγμή, το σύνολο της Ευρώπης δείχνει να κάνει ένα βήμα πίσω όσον αφορά τις επιδόσεις της σε θέματα καινοτομίας, καθώς σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις (46%) δεν έχουν λανσάρει κανένα καινοτόμο προϊόν ή υπηρεσία από τον Ιανουάριο του 2011.
Η αδυναμία εμπορικής εκμετάλλευσης καινοτόμων υπηρεσιών και προϊόντων αποδίδεται, κατά κύριο λόγο, στην αδυναμία εύρεσης πηγών για τη χρηματοδότηση των συγκεκριμένων επενδύσεων. Ειδικά για την Ελλάδα, ο παράγοντας ρευστότητα ρίχνει βαριά τη σκιά του στις επενδύσεις για καινοτόμα προϊόντα και υπηρεσίες, καθώς αξιολογείται ως το νούμερο ένα πρόβλημα σε ποσοστό 86% έναντι 56%, που είναι ο μέσος Κοινοτικός όρος.
Τα παραπάνω προκύπτουν από την ετήσια έκθεση για την ανταγωνιστικότητα, που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα στις Βρυξέλλες και η οποία, μεταξύ άλλων, εκτιμά ότι κλειδί για την τόνωση της ανταγωνιστικότητας είναι η αποτελεσματικότερη καινοτομία και η εμπορική αξιοποίηση της έρευνας, καθώς και η πρόσβαση σε εργατικό δυναμικό υψηλής ειδίκευσης.
Συνολικά, η έκθεση της Επιτροπής κατατάσσει την Ελλάδα, από πλευράς ανταγωνιστικότητας, στην τρίτη κατηγορία των κρατών - μελών της Ε.Ε., ήτοι στις χώρες με "μέτρια αλλά βελτιούμενη ανταγωνιστικότητα". Στην ίδια κατηγορία βρίσκονται η Εσθονία, η Λιθουανία, η Ισπανία, η Λετονία, η Τσεχία, η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Πορτογαλία, η Ρουμανία και η Σλοβακία.
Εμπόδια στην καινοτομία
Σύμφωνα με έρευνα, που επικαλείται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην έκθεση για την Ανταγωνιστικότητα, άλλα εμπόδια, που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις στο δρόμο προς την καινοτομία, είναι η “μονοπώληση” της διεθνούς αγοράς από τους εδραιωμένους “παίκτες” (56%), καθώς και η περιπλοκότητα του υφιστάμενου ρυθμιστικού πλαισίου (52%).
Ειδικά σε ό,τι αφορά στην ανταγωνιστικότητα σε θέματα καινοτομίας, η έκθεση επισημαίνει ότι το ελληνικό σύστημα υποστηρίζεται μεν από τα διαρθρωτικά κοινοτικά ταμεία και από τη χρηματοδότηση για την έρευνα, αλλά με περιορισμένες πηγές σε ό,τι αφορά τη στρατηγική που ακολουθείται.
Περί ανταγωνιστικότητας
Αξιολογώντας συνολικά την ανταγωνιστικότητα της χώρας, η έκθεση διαπιστώνει ότι η παρατηρούμενη βελτίωση οφείλεται, μεταξύ άλλων, σε πρόσφατες νομοθετικές παρεμβάσεις στην Ελλάδα. Ωστόσο, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η κατάταξη παραμένει χαμηλή σε σχέση με τα άλλα κράτη - μέλη της Ε.Ε., γεγονός για το οποίο ευθύνεται το “σφιχτό” ρυθμιστικό επίπεδο. “Μέσα από το πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής, οι περιορισμοί στον ανταγωνισμό αίρονται σταδιακά σε πολλά τμήματα της οικονομίας”, αναφέρει η έκθεση.
Η αδυναμία των ελληνικών επιχειρήσεων να βρουν πηγές χρηματοδότησης υπογραμμίζεται σε πολλά σημεία της έκθεσης. Όπως τονίζεται, η πρόσβαση στη χρηματοδότηση παραμένει δύσκολη για τις ΜμΕ, καθώς μόνο το 33% των ελληνικών ΜμΕ εξασφάλισαν τη χρηματοδότηση που επιδίωκαν το 2013, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι 65%. Η πρόσβαση στη χρηματοδότηση αποτελεί το πιο επείγον πρόβλημα για το 32% των ΜμΕ, όταν ο μέσος κοινοτικός όρος είναι 15%, αναφέρει η Επιτροπή.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, η απασχόληση και η κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα παραμένει πρόκληση, αλλά οι φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, που εφαρμόστηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος προσαρμογής βελτίωσαν αισθητά το κόστος της ανταγωνιστικότητας, το οποίο παράλληλα με τα μέτρα τόνωσης της απασχόλησης, που χρηματοδοτήθηκαν με Κοινοτικούς πόρους και τις αυξημένες επενδύσεις, αναμένεται να οδηγήσουν σε μείωση της ανεργίας στο 26% το 2014 και στο 24% το 2015.
Τέσσερις ταχύτητες
Στην πρώτη ταχύτητα των ευρωπαϊκών χωρών σε θέματα καινοτομίας, σύμφωνα με την έκθεση, βρίσκεται η Ολλανδία, η Γερμανία η Δανία και η Ιρλανδία με "υψηλή και βελτιούμενη ανταγωνιστικότητα", ενώ στη δεύτερη το Βέλγιο, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Αυστρία, η Γαλλία, η Ιταλία, το Λουξεμβούργο, η Σουηδία και η Φινλανδία, που εμφανίζουν "υψηλή, αλλά στάσιμη ή μειούμενη ανταγωνιστικότητα". Στην τέταρτη κατηγορία βρίσκονται τα κράτη - μέλη με "μέτρια και στάσιμη ή μειούμενη ανταγωνιστικότητα" και ειδικότερα η Σλοβενία, η Βουλγαρία, η Κροατία, η Μάλτα και η Κύπρος.
Τομείς - κλειδιά
Η Επιτροπή διαπιστώνει στην έκθεση ότι οι μικρές και οι νέες επιχειρήσεις δυσκολεύονται περισσότερο να λάβουν τραπεζική πίστωση σε σχέση με τις άλλες επιχειρήσεις, ακόμη και όταν τα οικονομικά αποτελέσματα είναι τα ίδια.
Επιπρόσθετα, υπογραμμίζει ότι η ανταγωνιστικότητα απαιτεί μείωση του κόστους και της αβεβαιότητας για τις επιχειρήσεις, κατά τις συναλλαγές τους με τη δημόσια διοίκηση. Η αύξηση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης συνεπάγεται μεγαλύτερο αριθμό ταχέως αναπτυσσόμενων επιχειρήσεων, ιδίως με την αύξηση του κύκλου εργασιών της επιχείρησης. Οι χρονοβόροι και δαπανηροί φορολογικοί κανόνες, η διαφθορά και τα αναποτελεσματικά συστήματα απονομής δικαιοσύνης είναι οι περισσότερο επιζήμιοι παράγοντες, που παρακωλύουν την ανάπτυξη των επιχειρήσεων. Επίσης, τα περισσότερα κράτη - μέλη πρέπει να λαμβάνουν καλύτερα υπόψη τις επιπτώσεις, που έχουν στην ανταγωνιστικότητα οι κανόνες και η νομοθεσία, που θεσπίζονται σε άλλους τομείς.
Χρειάζεται υποστήριξη για να διευκολυνθεί η διεθνοποίηση των ΜμΕ. Επί του παρόντος, οι μικρότερες και νεότερες επιχειρήσεις έχουν λιγότερες πιθανότητες να εισέλθουν σε ξένες αγορές και να δρέψουν τα σχετικά οφέλη. Οι πολιτικές, που εστιάζονται στο επιχειρηματικό περιβάλλον και ειδικότερα όσον αφορά την πρόσβαση σε κεφάλαια, τις δεξιότητες, τη στήριξη της καινοτομίας και την ανάληψη δράσεων για τη βελτίωση της παραγωγικότητας, είναι σημαντικές για να βοηθηθούν οι μικρές επιχειρήσεις να επεκτείνουν την εξαγωγική τους δραστηριότητα.
Η ανταγωνιστικότητα επηρεάζεται αρνητικά από τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου, που είναι υψηλότερες στην Ε.Ε. απ’ ό,τι σε πολλές άλλες οικονομίες. Οι βελτιώσεις της ενεργειακής απόδοσης δεν αντιστάθμισαν πλήρως τον αρνητικό αντίκτυπο της αύξησης των τιμών. Συνεπώς, χρειάζονται αποδοτικές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας και διαφοροποιημένες πηγές ενέργειας για να διασφαλιστεί η διάθεση ενέργειας σε ανταγωνιστικές τιμές.
Νατάσα Φραγκούλη