ΕΥ: Οι επιχειρήσεις υποτιμούν το κόστος ενοποίησης μετά από μια συγχώνευση - Η τεχνολογία των πληροφοριών στο περιθώριο

Ενδείξεις ότι ο προϋπολογισμός, που διαθέτουν οι επιχειρήσεις για την ενοποίηση τους μετά από μια συγχώνευση, δεν είναι επαρκής “βλέπει” σχετική μελέτη της Ernst & Young (EY). Πάνω από το ένα πέμπτο των ερωτηθέντων, που συμμετείχαν στην έρευνα της ΕΥ “The right combination: Managing integration for deal success”, δήλωσε ότι, εάν γνώριζε εξαρχής, θα είχε αυξήσει τον προϋπολογισμό της ενοποίησης. Στο μεταξύ, σύμφωνα, η επιτυχημένη ενοποίηση των τμημάτων πωλήσεων και μάρκετινγκ είναι οι λειτουργίες, που προσδιορίζονται από τα περισσότερα στελέχη ως το βασικό κριτήριο για την τελευταία μεγάλη συμφωνία τους, με το 29% να θεωρεί την ενοποίηση τους ως προτεραιότητα. Ωστόσο, οι λειτουργίες back office, όπως τα οικονομικά (9%), οι ανθρώπινοι πόροι (7%) και η τεχνολογία των πληροφοριών (6%) κατατάσσονται στις τρεις τελευταίες θέσεις.
Από την έρευνα της ΕΥ, η οποία απευθύνθηκε σε 200 ανώτερα στελέχη επιχειρήσεων σε όλον τον κόσμο, που συμμετέχουν στη διαδικασία ολοκλήρωσης συμφωνιών, διαπιστώθηκε ότι, με βάση τις πιο σημαντικές συμφωνίες των τελευταίων 12 - 24 μηνών, οι εταιρείες επένδυσαν κατά μέσο όρο το 14 % της συνολικής αξίας των συμφωνιών για την ενοποίηση. Η μέση αξία των συμφωνιών, που δημοσιοποιήθηκαν το 2013 ήταν €256 εκατ., γεγονός που υποδηλώνει ότι το κόστος ενοποίησης - ανά συναλλαγή - ήταν κατά μέσο όρο σε €36 εκατ. Παράλληλα, οι εταιρείες, ενδέχεται, να υποτιμούν τις ανάγκες σε προσωπικό, καθώς μόνο το 4% χρησιμοποιεί 16 ή περισσότερα στελέχη στην ομάδα που δουλεύουν για την ενοποίηση, ενώ το 46% χρησιμοποιεί λιγότερο από 10 άτομα.
Βέλτιστη πρακτική
Οι καλύτερες διαδικασίες ενοποίησης, όπως προκύπτει από τη μελέτη, βασίζονται στον προσδιορισμό εξαρχής μιας σαφούς λογικής για τη συμφωνία και τον καθορισμό της ημερήσιας διάταξης για την στρατηγική ενοποίησης. Μετά την ολοκλήρωση της ενοποίησης, σχεδόν τα μισά στελέχη (45%) δήλωσαν ότι διεξήγαγαν ελέγχους αποτίμησης της ενοποίησης. Το 41% των ερωτηθέντων προχώρησε σε κωδικοποίηση των διδαγμάτων του παρελθόντος και των βέλτιστων πρακτικών.
Τα στελέχη ανέφεραν, επίσης, ότι αν τους δινόταν η ευκαιρία να επαναλάβουν την τελευταία τους συμφωνία, θα προχωρούσαν στην ενοποίηση ταχύτερα, θα βελτίωναν την επικοινωνία και θα προχωρούσαν σε ένα δεύτερο κύμα ενοποίησης. Το 80% ανέφερε ότι θα επιτάχυναν το ρυθμό της ενοποίησης, το 62% θα προχωρούσαν σε ένα δεύτερο κύμα ενοποίησης, ενώ το 58% των αγοραστών θα τηρούσαν ενήμερους τα ενδιαφερόμενα μέρη (stakeholders) για την πρόοδο της διαδικασίας ενοποίησης.
Ταλέντο: ο ψεύτικος πόλεμος
Μόνο το 21% των στελεχών προσδιόρισαν την απόκτηση δεξιοτήτων και ταλέντου ως παράγοντα που συνετέλεσε στην τελευταία μεγάλη τους συμφωνία. Κανένας από τους ερωτηθέντες δεν ανέφερε τον παράγοντα αυτόν ως το σημαντικότερο για μια συμφωνία.
Η χαμηλή προτεραιότητα που αποδίδεται στην προσέλκυση σημαντικών στελεχών μέσω συγχωνεύσεων και εξαγορών έρχεται σε αντίθεση με την αντίληψη ότι οι επιχειρήσεις, προκειμένου να παραμείνουν ανταγωνιστικές και επιτυχημένες, πρέπει να κερδίσουν τον “πόλεμο για το ταλέντο”. Οι ερωτηθέντες αντιμετωπίζουν την προσέλκυση νέων, ταλαντούχων στελεχών ως ένα “πρόσθετο πλεονέκτημα” μιας συμφωνίας και όχι ως υποκείμενη στρατηγική επιλογή.
© Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Πληροφορικής & Επικοινωνιών Ελλάδας - ΣΕΠΕ, 2008 - 2014