Η τεχνητή νοημοσύνη αναδιατάσσει την ευρωπαϊκή φαρμακοβιομηχανία
Από την τεχνολογία και ειδικότερα από την τεχνητή νοημοσύνη φαίνεται ότι περνά το μέλλον και της φαρμακοβιομηχανίας, την ίδια στιγμή που ήδη ένα χάσμα χωρίζει τις εταιρείες, που επενδύουν στην τεχνολογική καινοτομία και όσων παραμένουν προσκολλημένες στο παραδοσιακό μοντέλο.
Η νέα έκθεση της Bain & Company καταγράφει με σαφήνεια ότι η ανάπτυξη δεν είναι πλέον αποτέλεσμα μεγέθους, αλλά στρατηγικής επιλογής. Η ευρωπαϊκή φαρμακοβιομηχανία μεσαίου μεγέθους εισέρχεται σε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων, όπου η τεχνολογία, η καινοτομία και η διεθνής στρατηγική καθορίζουν ποιοι παίκτες θα επιταχύνουν και ποιοι θα μείνουν πίσω. Σε έναν παγκόσμιο κλάδο, που αναπτύσσεται με μέσο ετήσιο ρυθμό 5% και αποτιμάται στα $1,7 τρισ. το 2025, το χάσμα επιδόσεων στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής αγοράς διευρύνεται.
Χάσμα επιδόσεων μεταξύ εταιρειών που επενδύουν στην τεχνολογία και όσων παραμένουν προσκολλημένες στο παραδοσιακό μοντέλο
Σύμφωνα με την ανάλυση με τίτλο «Accelerating Growth and Innovation in European Midcap Pharma», ένα τμήμα των ευρωπαϊκών μεσαίου μεγέθους φαρμακευτικών επιχειρήσεων παραμένει εγκλωβισμένο σε ώριμα χαρτοφυλάκια και αγορές περιορισμένης γεωγραφικής εμβέλειας. Αντίθετα, μια διακριτή ομάδα εταιρειών, οι λεγόμενοι «portfolio shifters», επανατοποθετούνται επιθετικά, επενδύοντας σε καινοτόμες θεραπείες και διευρύνοντας το αποτύπωμά τους πέρα από την Ευρώπη. Το αποτέλεσμα είναι διπλάσιοι ρυθμοί ανάπτυξης, με ετήσια αύξηση εσόδων που φτάνει το 8%.
Ο ρόλος της ΑΙ
Καθοριστικό ρόλο σε αυτήν τη δυναμική παίζουν πέντε δομικές τάσεις. Πρώτον, η επιτάχυνση της καινοτομίας μέσω τεχνητής νοημοσύνης, γονιδιακών θεραπειών και εξατομικευμένης ιατρικής αυξάνει τόσο τις ευκαιρίες όσο και την ένταση του ανταγωνισμού. Δεύτερον, οι θεραπείες GLP-1 για την παχυσαρκία και τον διαβήτη λειτουργούν ως βραχυπρόθεσμος καταλύτης ανάπτυξης, αναδιατάσσοντας τα επενδυτικά πλάνα Έρευνας και Ανάπτυξης.
Τρίτον, η στροφή προς την εξωτερική άντληση καινοτομίας μέσω εξαγορών, συγχωνεύσεων και αδειοδοτήσεων περιορίζει τον χρόνο και το ρίσκο ανάπτυξης νέων προϊόντων. Τέταρτον, ο παγκόσμιος χάρτης καινοτομίας μεταβάλλεται, με τις ΗΠΑ να διατηρούν την πρωτοκαθεδρία και την Κίνα να ενισχύεται, ασκώντας πίεση στην Ευρώπη να αναπροσαρμόσει τη στρατηγική της.
Πέμπτον, οι εντεινόμενες τιμολογιακές πιέσεις, ιδίως στις ΗΠΑ, καθιστούν αναγκαία την ανάπτυξη θεραπειών υψηλής διαφοροποίησης και εξελιγμένων στρατηγικών go-to-market. Η Bain διαχωρίζει με σαφήνεια δύο επιχειρηματικά μοντέλα. Οι «legacy anchors» προσφέρουν σταθερότητα, αλλά κινούνται με περιορισμένους ρυθμούς ανάπτυξης.
Οι «portfolio shifters», αντίθετα, έχουν σχεδόν διπλασιάσει τα περιθώρια EBITDA, προσεγγίζοντας το 30% και επενδύουν πλέον το 18% έως 20% των εσόδων τους σε R&D. Κρίσιμο στοιχείο της στρατηγικής τους είναι ότι δεν εισήλθαν στην αγορά των ΗΠΑ από μηδενική βάση, αλλά μέσω εξαγοράς ώριμων εμπορικών προϊόντων, εξασφαλίζοντας άμεσες ταμειακές ροές και ταχεία εξοικείωση με το ρυθμιστικό περιβάλλον.
Όπως επισημαίνει η Bain & Company, οι πιέσεις στις δημόσιες δαπάνες υγείας και οι μεταβαλλόμενοι κανόνες τιμολόγησης θα διευρύνουν περαιτέρω το χάσμα μεταξύ καινοτόμων και παραδοσιακών εταιρειών. Η στρατηγική επανατοποθέτηση, μέσω στοχευμένων Μ&Α, πειθαρχημένης κατανομής κεφαλαίων και ενίσχυσης επιχειρησιακών δυνατοτήτων, καθίσταται μονόδρομος.