Η Τεχνητή Νοημοσύνη επανασχεδιάζει την ασφαλιστική αγορά
Ο ασφαλιστικός κλάδος εισέρχεται το 2026 σε μια καμπή, όπου η τεχνολογία και κυρίως, η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αποτελούν πλέον εργαλεία υποστήριξης, αλλά βασικούς μηχανισμούς λειτουργίας. Σύμφωνα με την έκθεση της Deloitte “2026 Global Insurance Outlook”, η ανάγκη για εκσυγχρονισμό, οι αυξανόμενες προσδοκίες των πελατών και η συγκέντρωση της αγοράς σε λιγότερους παίκτες διαμορφώνουν ένα περιβάλλον υψηλής αβεβαιότητας και έντονου ανταγωνισμού.
Τι αποκαλύπτει η έκθεση “2026 Global Insurance Outlook” της Deloitte για τον μετασχηματισμό του κλάδου
Σε συνθήκες οικονομικής αστάθειας, γεωπολιτικών αναταράξεων και αυξανόμενης συχνότητας καταστροφικών γεγονότων, η τεχνολογία αναδεικνύεται σε καταλύτη ανθεκτικότητας και στρατηγικής διαφοροποίησης. Στο πλαίσιο αυτό, η Deloitte καταγράφει σαφή μετατόπιση από τον απλό ψηφιακό εκσυγχρονισμό προς την ευρεία αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης και την ενίσχυση των υποδομών δεδομένων.
Η αποτελεσματική ενσωμάτωση ψηφιακών εργαλείων, ωστόσο, δεν είναι αυτονόητη, όπως υπογραμμίζει η μελέτη: πολλές ασφαλιστικές δυσκολεύονται λόγω κατακερματισμένων, χαμηλής ποιότητας δεδομένων και παρωχημένων συστημάτων. Γι’ αυτό, η έμφαση μεταφέρεται σε πρακτικές εφαρμογές ΑΙ με μετρήσιμη απόδοση και διαχειρίσιμο ρίσκο, αντί για πειραματικές λύσεις χωρίς άμεσο επιχειρησιακό όφελος.
Από τα στοιχεία της Deloitte προκύπτει ότι η τεχνολογική πρόοδος επηρεάζει πλέον κάθε κρίκο της αλυσίδας αξίας: από την αξιολόγηση κινδύνων και τη διαμόρφωση προϊόντων, έως την εξυπηρέτηση πελατών και τη διαχείριση αποζημιώσεων. Παράλληλα, αναδεικνύεται η ανάγκη ενδυνάμωσης του ανθρώπινου δυναμικού, ώστε οι εργαζόμενοι να μπορούν να αποδώσουν σε ένα περιβάλλον υψηλής αυτοματοποίησης και έντασης δεδομένων.
Πίεση στα περιθώρια και αναζήτηση νέων μοντέλων
Στις Γενικές Ασφαλίσεις (P&C), οι εταιρείες στρέφονται σε προηγμένες τεχνολογίες, ευέλικτα κεφαλαιακά μοντέλα και εναλλακτικές πηγές εσόδων. Η έκθεση επισημαίνει ότι η πίεση στα περιθώρια κέρδους παραμένει βασική πρόκληση, λόγω εντεινόμενου ανταγωνισμού, επιβράδυνσης της αύξησης των τιμολογίων και αυξημένου λειτουργικού κόστους. Σε αυτό το πλαίσιο, η τεχνολογία λειτουργεί ως μέσο αύξησης αποδοτικότητας, καλύτερης διαχείρισης κινδύνων και δημιουργίας νέων υπηρεσιών.
Παράλληλα, καταγράφεται επιβράδυνση στον ρυθμό ανάπτυξης των ομαδικών ασφαλιστηρίων. Η μειωμένη απασχόληση, οι χαμηλότεροι ρυθμοί αύξησης μισθών και το αυξανόμενο κόστος υγειονομικής περίθαλψης περιορίζουν τα προγράμματα παροχών, αναδεικνύοντας την ανάγκη για πιο ευέλικτα και τεχνολογικά υποστηριζόμενα προϊόντα.
Η Deloitte εντοπίζει, πάντως, μια δυσμενή συγκυρία για τον κλάδο, καθώς η τεχνολογική εξέλιξη συμπίπτει με έντονο έλλειμμα δεξιοτήτων. Με το δεδομένο ότι πολλά έμπειρα στελέχη αποχωρούν, η εισροή νέου ταλέντου δεν επαρκεί για να καλύψει το κενό, γεγονός που δυσχεραίνει την υιοθέτηση και κλιμάκωση των ψηφιακών λύσεων.
Την ίδια στιγμή, αρκετές ασφαλιστικές αδυνατούν να ανταποκριθούν πλήρως στις προσδοκίες των πελατών, λόγω περιορισμένης δυνατότητας εξατομίκευσης και ελλιπούς διασύνδεσης των καναλιών εξυπηρέτησης.
Η έκθεση τονίζει ότι η αξία, η ευκολία και η εμπιστοσύνη επαναπροσδιορίζονται. Οι πελάτες απαιτούν ταχύτητα, απλότητα και προσωποποιημένες εμπειρίες, επιβάλλοντας στις εταιρείες μια ολιστική προσέγγιση που ενσωματώνει ψηφιακά και ανθρώπινα σημεία επαφής.
Οι στρατηγικές απαντήσεις του κλάδου
Ως απάντηση στις προκλήσεις, η Deloitte προτείνει στοχευμένες δράσεις: επένδυση στον εκσυγχρονισμό των βασικών συστημάτων και στη διασφάλιση υψηλής ποιότητας δεδομένων, μετασχηματισμό του ανθρώπινου δυναμικού μέσω προσέλκυσης ταλέντου και αναβάθμισης ψηφιακών δεξιοτήτων, καθώς και ανάπτυξη στρατηγικών συνεργασιών με τεχνολογικούς παρόχους, αντασφαλιστές και άλλους εταίρους.
Κομβικής σημασίας είναι και η υιοθέτηση πιο προληπτικής προσέγγισης στη διαχείριση κινδύνων, με αξιοποίηση αναλυτικών δεδομένων και προγνωστικών μοντέλων.