84% των εργοδοτών δεν βρίσκει ταλέντο: Η AI αλλάζει τους κανόνες
Σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα βρίσκεται, πλέον, η έλλειψη ταλέντου στην ελληνική αγορά εργασίας, καθώς η τεχνολογία και οι ψηφιακές δεξιότητες αλλάζουν ριζικά όρους της απασχόλησης. Η Έρευνα Έλλειψης Ταλέντου 2026 της ManpowerGreece αποτυπώνει με σαφήνεια αυτήν τη μετάβαση, με το 84% των εργοδοτών να δηλώνει ότι δυσκολεύεται να βρει ανθρώπους με εξειδικευμένες δεξιότητες.
Το ποσοστό αυτό είναι αυξημένο κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2025, εύρημα που επιβεβαιώνει ότι το έλλειμμα δεξιοτήτων όχι μόνο παραμένει, αλλά εντείνεται, σε μια περίοδο, όπου η ζήτηση για τεχνολογικές και ψηφιακές ικανότητες αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο έντονη, αν συγκριθεί με το διεθνές περιβάλλον.
Η Ελλάδα ξεπερνά τον παγκόσμιο μέσο όρο στην έλλειψη δεξιοτήτων-Η Πληροφορική στο επίκεντρο
Σε παγκόσμιο επίπεδο, το 72% των εργοδοτών αντιμετωπίζει δυσκολίες στις προσλήψεις, ποσοστό ελαφρώς μειωμένο από το 74% της προηγούμενης χρονιάς. Η Ελλάδα, ωστόσο, υπερβαίνει τον παγκόσμιο μέσο όρο κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες, καταγράφοντας επίπεδα αντίστοιχα με αγορές υψηλής πίεσης, όπως η Ιαπωνία (84%) και η Σλοβακία (87%). Αντίθετα, χώρες, όπως η Κίνα, εμφανίζουν σαφώς χαμηλότερη ένταση (48%), αναδεικνύοντας τις έντονες διαφοροποιήσεις στο παγκόσμιο οικοσύστημα ταλέντου.
Στο επίκεντρο της μεταβολής βρίσκονται οι δεξιότητες Τεχνητής Νοημοσύνης, οι οποίες για πρώτη φορά σε παγκόσμιο επίπεδο αναδεικνύονται ως οι πιο δυσεύρετες, ξεπερνώντας ακόμη και τις παραδοσιακές δεξιότητες μηχανικής και πληροφορικής. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μια ιστορική καμπή για την αγορά εργασίας, καθώς η τεχνολογική μετάβαση επιταχύνεται και μετασχηματίζει τις ανάγκες των επιχειρήσεων.
Η πληροφορική στο επίκεντρο
Στην Ελλάδα, η έλλειψη ταλέντου έχει πλέον οριζόντιο χαρακτήρα και επηρεάζει σχεδόν όλους τους κλάδους, συμπεριλαμβανομένου του τεχνολογικού τομέα. Ο κλάδος της Πληροφορικής και των υπηρεσιών IT καταγράφει έλλειψη σε ποσοστό 80%, επιβεβαιώνοντας τη διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση για ψηφιακές δεξιότητες.
Παρ’ ότι υψηλότερα ποσοστά εμφανίζονται σε τομείς, όπως οι Κατασκευές και τα Ακίνητα (93%) ή οι Κοινωφελείς Υπηρεσίες (91%), η τεχνολογία παραμένει στρατηγικός πυλώνας, όπου το χάσμα δεξιοτήτων αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την ανάπτυξη της οικονομίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατανομή των πιο δυσεύρετων δεξιοτήτων. Στην κορυφή βρίσκονται οι δεξιότητες ανθρώπινου δυναμικού (HR) με 21%, καταγράφοντας αύξηση 3 ποσοστιαίων μονάδων, γεγονός που αντανακλά τον μετασχηματισμό του HR σε στρατηγικό εταίρο με έμφαση σε data-driven αποφάσεις και διαχείριση αλλαγής.
Στο ίδιο επίπεδο (21%) εντοπίζονται και οι δεξιότητες βιομηχανίας και παραγωγής, ενώ ακολουθούν οι δεξιότητες ανάπτυξης εφαρμογών και μοντέλων Τεχνητής Νοημοσύνης (19%) και ο γραμματισμός στην ΤΝ (16%). Παρά τη δυναμική τους, οι AI δεξιότητες στην Ελλάδα δεν έχουν ακόμη φτάσει στην κορυφή, σε αντίθεση με τη διεθνή εικόνα, όπου κυριαρχούν.
Παράλληλα, οι λεγόμενες «ανθρώπινες» δεξιότητες διατηρούν καθοριστικό ρόλο. Η επικοινωνία και η συνεργασία, καθώς και ο επαγγελματισμός και η εργασιακή ηθική, συγκεντρώνουν από 45%, ενώ η κριτική σκέψη και η επίλυση προβλημάτων ακολουθούν με 37%. Τα στοιχεία αυτά υπογραμμίζουν ότι η τεχνολογική εξέλιξη δεν υποκαθιστά, αλλά ενισχύει τη σημασία των soft skills ως βασικού συμπληρώματος των ψηφιακών ικανοτήτων.
Οι πολύ μεγάλες επιχειρήσεις
Η δυσκολία εύρεσης ταλέντου διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με το μέγεθος των επιχειρήσεων. Οι μεσαίες επιχειρήσεις (50-249 εργαζόμενοι) αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη πίεση με ποσοστό 91%, ενώ οι πολύ μικρές ακολουθούν με 88%. Αντίθετα, οι πολύ μεγάλες επιχειρήσεις εμφανίζουν χαμηλότερα ποσοστά (75% και 70%), γεγονός που αποδίδεται στην καλύτερη οργανωτική τους ετοιμότητα και τη δυνατότητα προσέλκυσης ταλέντου.
Απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα, οι επιχειρήσεις αλλάζουν στρατηγική. Το 23% επενδύει σε upskilling και reskilling του υπάρχοντος ανθρώπινου δυναμικού, ενώ το 21% αξιοποιεί νέες δεξαμενές ταλέντων και το 20% προχωρά σε αυξήσεις αποδοχών. Παράλληλα, το 18% στρέφεται σε ευέλικτες μορφές απασχόλησης και το 17% υιοθετεί πολιτικές ευελιξίας στην εργασία. Αντίθετα, η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης για μείωση των αναγκών προσωπικού παραμένει περιορισμένη στο 8%, ενώ το 12% των εργοδοτών δεν λαμβάνει καμία δράση.
Η συνολική εικόνα καταδεικνύει ότι η αγορά εργασίας - και ειδικά ο τεχνολογικός τομέας - βρίσκεται σε φάση βαθιάς μετάβασης. Το ζητούμενο δεν είναι πλέον απλώς η κάλυψη θέσεων, αλλά η δημιουργία ενός νέου μοντέλου δεξιοτήτων, που θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της ψηφιακής εποχής.