Πάνω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ στον Δείκτη Ψηφιακής Διακυβέρνησης η Ελλάδα
Μια κομβική επίδοση στον ψηφιακό μετασχηματισμό του δημόσιου τομέα καταγράφει η Ελλάδα, περνώντας για πρώτη φορά πάνω από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ στον «Δείκτη Ψηφιακής Διακυβέρνησης» (Digital Government Index - DGI). Με συνολική βαθμολογία 0,71 έναντι 0,70 του μέσου όρου, η χώρα καταλαμβάνει την 14η θέση μεταξύ 36 κρατών-μελών, επιβεβαιώνοντας ότι η συστηματική επένδυση σε ψηφιακές υποδομές και υπηρεσίες αποδίδει μετρήσιμα αποτελέσματα.
Iσχυρές επιδόσεις σε κρίσιμους άξονες και νέα στρατηγική για τα δεδομένα οδηγούν τη χώρα στον πυρήνα των ψηφιακά ώριμων κρατών
Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί - σύμφωνα με το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης - συγκυριακό γεγονός, αλλά την αντανάκλαση μιας συνεκτικής στρατηγικής, που υλοποιείται τα τελευταία χρόνια, με αιχμή το gov.gr, το Gov.gr Wallet και τον εκσυγχρονισμό των υπηρεσιών του Δημοσίου. Η επίδοση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία με το δεδομένο ότι η Ελλάδα βρίσκεται πλέον μπροστά από χώρες με ισχυρή ψηφιακή παράδοση, όπως ο Καναδάς, η Ιταλία, η Ιαπωνία και η Ολλανδία.
Η ανάλυση των επιμέρους διαστάσεων του δείκτη αποτυπώνει με ακρίβεια τα πεδία στα οποία η Ελλάδα σημειώνει πρόοδο. Σε τέσσερις από τις έξι κατηγορίες, η χώρα υπερβαίνει τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, καταγράφοντας επιδόσεις, που αποτυπώνουν τη βελτίωση της εμπειρίας του πολίτη και την αναβάθμιση της λειτουργίας του κράτους.
Στις υπηρεσίες προσανατολισμένες στον πολίτη, η Ελλάδα σημειώνει βαθμολογία 0,77 έναντι 0,71 του μέσου όρου, ξεπερνώντας χώρες, όπως η Ελβετία, η Εσθονία και η Σουηδία. Η συγκεκριμένη επίδοση καταδεικνύει ότι ο σχεδιασμός των ψηφιακών υπηρεσιών εστιάζει πλέον στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών.
Το «Κράτος-Πλατφόρμα»
Στη διάσταση «Κράτος ως Πλατφόρμα», η χώρα φτάνει στο 0,75, επίσης υψηλότερα από τον μέσο όρο 0,71, αφήνοντας πίσω κράτη, όπως το Βέλγιο, η Ιταλία και ο Καναδάς. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με τη διαλειτουργικότητα των συστημάτων και την ενιαία πρόσβαση στις υπηρεσίες του Δημοσίου.
Αντίστοιχα, στην προ-δραστικότητα (proactiveness), η Ελλάδα καταγράφει 0,70 έναντι 0,67, επιβεβαιώνοντας τη μετάβαση από ένα αντιδραστικό σε ένα πιο προληπτικό μοντέλο διοίκησης, που προλαμβάνει τις ανάγκες των πολιτών. Σημαντική είναι και η επίδοση στην «Προσβασιμότητα», όπου με 0,63, η χώρα ξεπερνά τον μέσο όρο 0,59 και υπερβαίνει κράτη, όπως το Ισραήλ και η Νέα Ζηλανδία. Αντίθετα, στη διάσταση «Ψηφιακός σχεδιασμός», η Ελλάδα βρίσκεται οριακά κάτω από τον μέσο όρο (0,73 έναντι 0,75), ενώ στον τομέα της δημόσιας διοίκησης βασισμένης στα δεδομένα καταγράφει 0,67 έναντι 0,74. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτές τις κατηγορίες, υπερτερεί χωρών, όπως ο Καναδάς και το Βέλγιο, στοιχείο που δείχνει ότι η απόσταση από την κορυφή μειώνεται.
Καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση των επιδόσεων διαδραματίζουν συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές. Η ενιαία αυθεντικοποίηση, η καθολική διαλειτουργικότητα, η στρατηγική cloud-first και η ομογενοποίηση των μητρώων του Δημοσίου έχουν δημιουργήσει ένα συνεκτικό ψηφιακό περιβάλλον.
Παράλληλα, η υλοποίηση νέων έργων υποδομών και η ανάπτυξη πρόσθετων υπηρεσιών ενισχύουν τη δυναμική περαιτέρω ανόδου, ιδιαίτερα στον τομέα της προδραστικότητας. Την ίδια στιγμή, η εικόνα στον «Δείκτη Ανοικτών, Χρήσιμων και Επαναχρησιμοποιήσιμων Δεδομένων» (OURdata Index) αναδεικνύει τις προκλήσεις, που παραμένουν.
Να σημειωθεί ότι η αξιολόγηση του ΟΟΣΑ βασίζεται στην περίοδο 2023-2024 και δεν αποτυπώνει τις πιο πρόσφατες παρεμβάσεις, ωστόσο καταδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης της πολιτικής για τα ανοικτά δεδομένα.