Πληροφορική και Ανάπτυξη Λογισμικού: Υποχώρηση προσδοκιών τον Φεβρουάριο
Μικρή - αλλά σαφής - εξασθένιση καταγράφηκε τον Φεβρουάριο του 2026 στις επιχειρηματικές προσδοκίες της αγοράς Πληροφορικής και Ανάπτυξης Λογισμικού, σε ένα περιβάλλον που παραμένει εύθραυστο τόσο εγχώρια, όσο και διεθνώς. Ο σχετικός δείκτης διαμορφώθηκε στις 109,2 μονάδες, από 116,5 μονάδες τον Ιανουάριο, υποχωρώντας παράλληλα και σε σύγκριση με τον Φεβρουάριο του 2025, όταν είχε ανέλθει στις 114,6 μονάδες.
Παρά τη διόρθωση, το επίπεδο του δείκτη εξακολουθεί να κινείται σε θετικό έδαφος, αντανακλώντας μια αγορά που παραμένει ενεργή, αλλά εμφανίζει ενδείξεις κόπωσης στη ζήτηση και αυξημένες πληθωριστικές πιέσεις.
Στις 109,2 μονάδες ο δείκτης τον Φεβρουάριο-Πίεση στη ζήτηση, άνοδος στις τιμές-Ισχυρή ενίσχυση των εκτιμήσεων για νέες θέσεις εργασίας
Η επιβράδυνση αποτυπώνεται, κυρίως, στις εκτιμήσεις για την τρέχουσα κατάσταση των επιχειρήσεων, οι οποίες υποχώρησαν ελαφρά στις +33 μονάδες.
Στο ίδιο επίπεδο, στις +33 μονάδες από +41, διαμορφώθηκαν και οι εκτιμήσεις για την τρέχουσα ζήτηση, επιβεβαιώνοντας ότι η δυναμική του προηγούμενου διαστήματος έχει μετριαστεί. Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στις προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη πορεία της ζήτησης, με το σχετικό ισοζύγιο να υποχωρεί στις +29 μονάδες από +41 τον προηγούμενο μήνα.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι οι επιχειρήσεις Πληροφορικής και Ανάπτυξης Λογισμικού καταγράφουν ηπιότερη αισιοδοξία ως προς τον κύκλο εργασιών τους στο άμεσο μέλλον. Η κάμψη των προσδοκιών για ζήτηση, τόσο σε τρέχον όσο και σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, υποδηλώνει αυξημένη επιφυλακτικότητα από την πλευρά των πελατών, σε μια συγκυρία, όπου οι διεθνείς εξελίξεις δημιουργούν κλίμα αβεβαιότητας.
Προβλέψεις προσλήψεων
Ωστόσο, την ίδια στιγμή, σύμφωνα με την έκθεση οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ για τον Φεβρουάριο, οι προβλέψεις για την απασχόληση κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση. Το σχετικό ισοζύγιο εκτινάχθηκε στις +42 μονάδες, από +22 τον Ιανουάριο, καταγράφοντας εντυπωσιακή ενίσχυση. Το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία για έναν κλάδο έντασης γνώσης και εξειδίκευσης, όπου το ανθρώπινο κεφάλαιο αποτελεί τον βασικό συντελεστή παραγωγής.
Η ενίσχυση των προβλέψεων για νέες θέσεις εργασίας δείχνει ότι, παρά την κάμψη στη ζήτηση, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να επενδύουν σε προσωπικό, ενδεχομένως προσβλέποντας σε μεσοπρόθεσμη ανάκαμψη ή σε έργα που βρίσκονται, ήδη, σε τροχιά υλοποίησης.
Στο πεδίο των τιμών, η εικόνα μεταβάλλεται προς πιο πληθωριστική κατεύθυνση. Οι εκτιμήσεις διαμορφώθηκαν στις +33 μονάδες, από +22 τον προηγούμενο μήνα, καταδεικνύοντας ήπια ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων στον κλάδο. Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να συνδέεται τόσο με αυξημένο λειτουργικό κόστος, όσο και με γενικότερες πιέσεις στο οικονομικό περιβάλλον.
Η συνολική εικόνα
Σε μακροοικονομικό επίπεδο, ο δείκτης οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα βελτιώθηκε τον Φεβρουάριο στις 107,7 μονάδες, από 105,4 τον Ιανουάριο, με την άνοδο να προέρχεται από την ενίσχυση των προσδοκιών στους περισσότερους επιχειρηματικούς τομείς και στην καταναλωτική εμπιστοσύνη. Στις κατασκευές, ιδιαίτερα στα ιδιωτικά έργα, καταγράφεται ανοδική πορεία, ενώ το λιανικό εμπόριο ενισχύεται σημαντικά λόγω της χειμερινής περιόδου εκπτώσεων. Αντίθετα, σε Βιομηχανία και Υπηρεσίες, οι μεταβολές είναι ηπιότερες.
Παρά τη βελτίωση του συνολικού κλίματος, το διεθνές περιβάλλον επιβαρύνεται δραματικά μετά τις πρόσφατες επιθέσεις στο Ιράν, με τις γεωπολιτικές και πολεμικές εξελίξεις να παραμένουν απρόβλεπτες. Οι δυνητικοί δίαυλοι επίδρασης στην ελληνική οικονομία είναι πολλαπλοί: από αναταράξεις στις αγορές ενέργειας και ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων έως διαταραχές στο διεθνές εμπόριο και στις αγορές κεφαλαίου, με ιδιαίτερη ευαισθησία για τις εξωστρεφείς επιχειρήσεις.
Η πορεία στην Ευρώπη
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τον Φεβρουάριο ο δείκτης οικονομικού κλίματος εξασθένισε ήπια τόσο στην ΕΕ, όσο και στην Ευρωζώνη, κυρίως λόγω σημαντικής επιδείνωσης των προσδοκιών στις Υπηρεσίες (-1,7) και σε μικρότερο βαθμό στις Κατασκευές (-0,6). Η Βιομηχανία παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη (-0,2), ενώ το Λιανικό εμπόριο ενισχύθηκε (+0,8).
Στις μεγάλες οικονομίες, η μεγαλύτερη υποχώρηση καταγράφηκε στη Γαλλία (-2,8) και στην Πολωνία (-1,9), ενώ μικρότερη ήταν στην Ιταλία (-0,6). Στην Ισπανία, ο δείκτης παρέμεινε αμετάβλητος, όπως και ουσιαστικά στη Γερμανία και στην Ολλανδία (-0,2).