Έρευνες - Μελέτες

9 στους 10 Έλληνες προτιμούν τον βιομετρικό έλεγχο ταυτότητας στις online αγορές

payment_faceid

Παρά το γεγονός ότι αποτελεί μια πρόσφατη μέθοδο ελέγχου ταυτότητας, οι Έλληνες καταναλωτές έχουν ήδη χρησιμοποιήσει κάποια βιομετρική μέθοδο στις online αγορές τους. Ειδικότερα, το 64% έχει χρησιμοποιήσει στο παρελθόν την αναγνώριση δακτυλικών αποτυπωμάτων.

Το 91% θεωρεί την αναγνώριση δακτυλικού αποτυπώματος ως ασφαλέστερη μέθοδο ταυτοποίησης - ακολουθεί η σάρωση της ίριδαςΣχεδόν στο σύνολό τους (94%) οι πολίτες στην Ελλάδα θεωρούν τον βιομετρικό έλεγχο - δακτυλικά αποτυπώματα, αναγνώριση φωνής ή προσώπου - ως πιο ασφαλή και εύχρηστο τρόπο ταυτοποίησης σε σχέση με τις παραδοσιακές μεθόδους.

Όσον αφορά τις διάφορες βιομετρικές μεθόδους αναγνώρισης ταυτότητας, το 91% θεωρεί ότι η αναγνώριση δακτυλικού αποτυπώματος είναι η ασφαλέστερη μέθοδος ταυτοποίησης. Ακολουθεί η σάρωση της ίριδας του ματιού.

Έρευνα της Visa στην Ελλάδα, διαπίστωσε ότι υπάρχει αυξημένη ζήτηση από τους καταναλωτές για βιομετρικές πληρωμές, καθώς πλέον θεωρούνται πιο ασφαλής τρόπος συναλλαγής σε σύγκριση με τις παραδοσιακές μεθόδους. Η ευκολία παίζει σημαντικό ρόλο στην προτίμηση για βιομετρικές μεθόδους, με το 24% των Ελλήνων να δηλώνει ότι έχει εγκαταλείψει μια διαδικτυακή αγορά γιατί ξέχασε τον κωδικό πρόσβασης. 

Η έρευνα αποκάλυψε ότι οι κάτοχοι καρτών δεν θυμούνται πάντα τους κωδικούς τους, όταν πραγματοποιούν αγορές online. Επιπλέον, ανέδειξε πιθανούς κινδύνους ασφαλείας, όπως η κλοπή δεδομένων, ταυτότητας και οι κακόβουλες ενέργειες. 

Το 17% των Ελλήνων, που πραγματοποιεί online αγορές, χρησιμοποιεί τον ίδιο κωδικό πρόσβασης για όλους τους λογαριασμούς. Μόνο το 25% έχει έναν μοναδικό κωδικό πρόσβασης για κάθε λογαριασμό. Το γεγονός αυτό, μπορεί να καταστήσει τον καταναλωτή ευάλωτο σε πολλαπλές επιθέσεις, στην περίπτωση που κάποιος χάκερ προσπαθήσει να ανακαλύψει τον κωδικό πρόσβασης του. 

Οι αδυναμίες των κωδικών
Ενώ οι προσωρινοί κωδικοί πρόσβασης είναι μια πιθανή λύση για να ξεπεραστεί η ανάγκη να θυμάται κανείς πολλούς κωδικούς, το 52% των Ελλήνων καταναλωτών εξακολουθεί να ανησυχεί ότι ενδέχεται να "κλειδωθεί έξω" από το τον λογαριασμό, μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες ολοκλήρωσης μιας αγοράς.

Αντιθέτως, η χρήση βιομετρικών στοιχείων θεωρείται ταχύτερη (72%) και ευκολότερη (77%) σε σχέση με τη χρήση κωδικού πρόσβασης. Επίσης, η έρευνα αποκαλύπτει ότι το 44% των κατόχων καρτών επισημαίνει ως πλεονέκτημα της χρήσης βιομετρικών μεθόδων ότι δεν χρειάζεται, πλέον, να θυμάται πολλούς κωδικούς πρόσβασης. Στο μεταξύ, το 33% επισημαίνει ότι τα βιομετρικά στοιχεία είναι αδύνατο να ξεχαστούν ή να χαθούν.

Όσο αφορά στον έλεγχο ταυτότητας, “κλειδί” για τους καταναλωτές είναι η επιλογή: το 89% των Ελλήνων κατόχων καρτών δηλώνει ότι θέλει να έχει τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ πολλαπλών βιομετρικών μεθόδων ελέγχου ταυτότητας.

“Τα βιομετρικά στοιχεία πρόκειται να γίνουν ακόμα περισσότερο δημοφιλή, λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις της Οδηγίας για τις Υπηρεσίες Πληρωμών 2 (PSD2) αναφορικά με την Ισχυρή Ταυτοποίηση του Πελάτη (SCA). Η Ισχυρή Ταυτοποίηση του Πελάτη (SCA), στο πλαίσιο της PSD2, σχεδιάστηκε από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (EBA) και επηρεάζει οποιονδήποτε πραγματοποιεί, λαμβάνει ή εξυπηρετεί online πληρωμές σε ολόκληρη την Ευρώπη. Τέθηκε σε ισχύ τον Σεπτέμβριο του 2019, ενώ σε σχέση με τις πληρωμές ηλεκτρονικού εμπορίου η SCA θα τεθεί σε ισχύ στην Ευρώπη από τις 31 Δεκεμβρίου 2020”, τονίζει η Visa.

Επίπεδα ασφαλείας
Στόχος της SCA είναι να μειώσει την απάτη, προσθέτοντας επιπλέον επίπεδα ασφαλείας στις διαδικτυακές και ανέπαφες πληρωμές. Απαιτεί από τις τράπεζες να πραγματοποιούν επιπρόσθετους ελέγχους, ώστε να διαπιστώσουν την ταυτότητα του κατόχου της κάρτας, που πραγματοποιεί μια πληρωμή.  

Συγκεκριμένα, απαιτεί δύο τρόπους επαλήθευσης από τον καταναλωτή. Η χρήση βιομετρικών στοιχείων - όπως τα δακτυλικά αποτυπώματα, η αναγνώριση φωνής ή προσώπου - είναι ένας γρήγορος, ασφαλής και εύχρηστος τρόπος επιβεβαίωσης μιας πληρωμής. Αυτό συμβαίνει, επειδή ο βιομετρικός έλεγχος ταυτότητας - η επαλήθευση του ποιος είναι ο καταναλωτής, μέσω μιας καταχωρισμένης και συνδεδεμένης συσκευής - ικανοποιεί δύο από τους απαιτούμενους παράγοντες, απαντώντας γρήγορα και εύκολα στις απαιτήσεις της SCA.