SEPEnews_Issue43

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ

mitsotakis1

Η ψηφιακή οικονομία σήμερα εισφέρει το ένα πέμπτο του παγκόσμιου ΑΕΠ και αποτελεί ισχυρότατο καταλύτη ανάπτυξης για την παγκόσμια οικονομία. Το ποσοστό αυτό εκτιμάται πως θα διευρυνθεί περαιτέρω έως το 2020, με την ψηφιακή οικονομία να αντιστοιχεί στο ένα τέταρτο του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Τα εκτιμώμενα οφέλη που θα αποφέρει στην παγκόσμια οικονομία και κοινωνία η λεγόμενη «Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση», αυτή της ψηφιακής τεχνολογίας, είναι τεράστια. Σε μελέτη που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του πρόσφατου World Economic Forum στο Νταβός, το λεγόμενο «ψηφιακό μέρισμα» για τον πλανήτη αποτιμάται σε 100 τρις δολάρια μέχρι το 2025.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ως στόχο της την ενίσχυση της συμμετοχής της ψηφιακής οικονομίας στο συνολικό παραγωγικό αποτύπωμα των χωρών μελών. Κάτι τέτοιο απαιτεί πρόοδο σε μια σειρά από επιμέρους παράγοντες.

Τα εκτιμώμενα οφέλη που θα αποφέρει στην παγκόσμια οικονομία και κοινωνία η λεγόμενη «Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση», αυτή της ψηφιακής τεχνολογίας, είναι τεράστιαΠροκειμένου να εντοπίσει αυτούς τους παράγοντες και να χαράξει στρατηγική, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατάρτισε τον δείκτη ψηφιακής οικονομίας και κοινωνίας (DESI), ο οποίος είναι ένας σύνθετος δείκτης που αξιολογεί την πρόοδο των χωρών της Ε.Ε. Ο δείκτης αυτός συναθροίζει μια σειρά σχετικών δεικτών διαρθρωμένων γύρω από 5 παραμέτρους: συνδεσιμότητα, ανθρώπινο κεφάλαιο, χρήση του διαδικτύου, ενσωμάτωση της ψηφιακής τεχνολογίας και ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες. Σύμφωνα με τον πλέον πρόσφατο δείκτη DESI 2016, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στην ομάδα των χωρών που παρουσιάζουν υστέρηση τόσο ως προς τον μέσο όρο της ΕΕ όσο και σε σύγκριση με τον δείκτη DESI 2015. Αντί να καλύπτουμε, χάνουμε ψηφιακό έδαφος λοιπόν.

Η Ελλάδα κατατάσσεται στην 26η θέση μεταξύ των 28 κρατών μελών της ΕΕ. Σε σχέση με το προηγούμενο έτος, η Ελλάδα έχει σημειώσει πρόοδο μόνο όσον αφορά τη συνδεσιμότητα. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι το 99% των ελληνικών νοικοκυριών έχουν πρόσβαση σε σταθερές ευρυζωνικές υπηρεσίες, το 34% δεν έχει ακόμη συνδρομή σε αυτές.

Η Ελλάδα υστερεί από την πλευρά της ζήτησης(μόνο το 63% είναι τακτικοί χρήστες του διαδικτύου, ενώ το 30% δεν έχουν χρησιμοποιήσει ποτέ το διαδίκτυο), με χαμηλό επίπεδο ψηφιακών δεξιοτήτων και εμπιστοσύνης (οι περισσότεροι Έλληνες εξακολουθούν να μην πραγματοποιούν ηλεκτρονικές αγορές ή ηλεκτρονικές συναλλαγές). Η κατάσταση αυτή αποτελεί τροχοπέδη στην ανάπτυξη της ψηφιακής οικονομίας. Οι διαδικτυακές δημόσιες υπηρεσίες εξακολουθούν να αποτελούν βασική πρόκληση για την Ελλάδα, δεδομένου ότι η χώρα είναι μεταξύ των τελευταίων στην ΕΕ. Ωστόσο, είναι θετικό ότι το 2015 σημειώθηκε πρόοδος και ότι το 37% των χρηστών του διαδικτύου έχουν ανταλλάξει συμπληρωμένα έντυπα με τη δημόσια διοίκηση μέσω διαδικτύου.

Αισθάνομαι μια ικανοποίηση για αυτό διότι στους 18 μήνες που είχα την ευθύνη του Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, καταβλήθηκε προσπάθεια για την εκπόνηση και υλοποίηση της στρατηγικής ηλεκτρονικής διακυβέρνησης 2014 - 2020.

Η ηλεκτρονική διακυβέρνηση (e-governance) αφορά στον εκσυγχρονισμό του Κράτους και της Δημόσιας Διοίκησης, με όχημα τις Τεχνολογίες Πληροφοριών και Επικοινωνιών (ΤΠΕ), με στόχο το ριζικό μετασχηματισμό των υφιστάμενων διαδικασιών και την αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες. Η βελτίωση του βαθμού ηλεκτρονικής διακυβέρνησης δεν είναι ένα εύκολο εγχείρημα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι δύο βασικοί πόλοι της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, η τεχνολογία και ο πολίτης – χρήστης των υπηρεσιών, μεταβάλλονται εκθετικά στην πορεία του χρόνου. Η κινητή επικοινωνία, το υπολογιστικό νέφος, τα κοινωνικά δίκτυα μετασχηματίζουν ριζικά τον τρόπο χρήσης και πρόσληψης των ΤΠΕ και μετατρέπουν την ψηφιακή συμπεριφορά και τις προσδοκίες των πολιτών. Οι προκλήσεις συνεπώς είναι σύνθετες και απαιτούν στρατηγικό προσανατολισμό και δημιουργικές λύσεις.

Με βάση το ψηφιακό αποτύπωμα της χώρας μας, η Ελλάδα έχει μια σειρά από άμεσες προκλήσεις μπροστά της.

Οι ψηφιακές δεξιότητες είναι σήμερα απαραίτητες για το εργατικό δυναμικό και η έλλειψή τους μπορεί να αποτελέσουν σημαντικό εμπόδιο για την οικονομική ανάπτυξη της χώραςΩς προς την συνδεσιμότητα: Πρώτον, θα πρέπει να αυξηθεί ο αριθμός των συνδρομητών ευρυζωνικών συνδέσεων ώστε να αυξηθεί η ικανότητα της Ελλάδας να εκμεταλλευτεί τα οφέλη της ψηφιακής οικονομίας. Δεύτερον, χρειάζεται να βελτιωθεί η κάλυψη των γρήγορων δικτύων που στην Ελλάδα σήμερα είναι μόνο στο μισό του μέσου όρου σε επίπεδο Ε.Ε.

Ως προς το ανθρώπινο κεφάλαιο: Η Ελλάδα πρέπει να αντιμετωπίσει το σοβαρό χάσμα ψηφιακών δεξιοτήτων καθώς μόνο το 44 % των Ελλήνων διαθέτουν έστω στοιχειώδεις δεξιότητες. Οι ψηφιακές δεξιότητες είναι σήμερα απαραίτητες για το εργατικό δυναμικό και η έλλειψή τους μπορεί να αποτελέσουν σημαντικό εμπόδιο για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Προκειμένου να αναπτυχθεί πλήρως η ψηφιακή οικονομία πρέπει να αυξηθεί ο αριθμός των πολιτών που χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο.

Ως προς τη χρήση του διαδικτύου: Ενώ οι Έλληνες είναι πρόθυμοι να συμμετάσχουν στις δραστηριότητες του Διαδικτύου, είναι πολύ απρόθυμοι να συμμετέχουν σε κάθε είδους ηλεκτρονική συναλλαγή, κυρίως λόγω της έλλειψης εμπιστοσύνης. Πρέπει να αναληφθούν συγκεκριμένα μέτρα για την εμπέδωση της ασφάλειας των συναλλαγών και την καλλιέργεια εμπιστοσύνης.

Ως προς την ενσωμάτωση της ψηφιακής τεχνολογίας: Μια αληθινή ψηφιακή οικονομία είναι εκείνη όπου οι επιχειρήσεις επωφελούνται πλήρως από τις δυνατότητες και τα οφέλη που προσφέρουν οι ψηφιακές τεχνολογίες, προκειμένου να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα και η παραγωγικότητά τους, καθώς και η δυνατότητα προσέλκυσης πελατών και υλοποίησης πωλήσεων. Χρειάζονται στοχευμένες και συντονισμένες ενέργειες προκειμένου η Ελλάδα να εξελιχθεί σε μια αληθινή ψηφιακή οικονομία. Η υιοθέτηση των ψηφιακών τεχνολογιών από επιχειρήσεις αποτελεί σημαντικό παράγοντα αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και πρέπει να ενισχυθεί. Οι ελληνικές επιχειρήσεις πρέπει επίσης να επωφεληθούν από τις δυνατότητες που προσφέρει το on-line εμπόριο. Πολύ λίγες ΜΜΕ στην Ελλάδα πωλούν με απευθείας σύνδεση (6,1 %) και ακόμη λιγότερες πωλούν με απευθείας σύνδεση σε άλλα κράτη μέλη της ΕΕ ( 3,4% ).

Ως προς τις ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες: Η μεγάλη άμεση πρόκληση της Ελλάδας εξακολουθεί να εντοπίζεται στη διασύνδεση των δημόσιων υπηρεσιών και την on-line εξυπηρέτηση των πολιτών. Η ενίσχυση της χρήσης των ΤΠΕ στη δημόσια διοίκηση πρέπει επιτέλους να γίνει πραγματικότητα, καθώς μόνο θετικές συνέπειες μπορεί να έχει. Η ελληνική πολιτεία οφείλει να δώσει αξία στις ΤΠΕ και στην ουσιαστική συνεισφορά τους στην ενίσχυση της διαφάνειας. Τα υψηλά επίπεδα διαφθοράς και γραφειοκρατίας σε μια χώρα αποδυναμώνουν τις όποιες αναπτυξιακές προσπάθειες και αποτελούν ουσιαστική τροχοπέδη για την προσέλκυση επενδύσεων. Σε γενικές γραμμές λοιπόν οι στόχοι για την μεγέθυνση του ψηφιακού αποτυπώματος της χώρας είναι προφανείς. Το πρόβλημα - ως συνήθως - εντοπίζεται στα βήματα που απαιτούνται για να υλοποιηθούν οι στόχοι.

Καταρχάς είναι σημαντικό να αποδεχθούμε ότι το κράτος έχει σημαντικό ρόλο στο εγχείρημα αυτό καθώς όλες οι απαιτούμενες ενέργειες συνδέονται με την εξέλιξη των ψηφιακών δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού, την ευκολία πρόσβασης στη χρηματοδότηση και την αποτελεσματικότητα και διαφάνεια του ρυθμιστικού περιβάλλοντος.  Άλλωστε υπάρχει και σχετική πρόβλεψη στο Σύνταγμα (Άρθρο 5 Α) όπου ορίζεται ότι: "Η διευκόλυνση της πρόσβασης στις πληροφορίες που διακινούνται ηλεκτρονικά, καθώς και της παραγωγής, ανταλλαγής και διάδοσής τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους".

Πιστεύω έντονα ότι οι ΤΠΕ αποτελούν προτεραιότητα και αναγκαία συνθήκη για την προσέλκυση επενδύσεων, τη δημιουργία θέσεων εργασίας, τη μείωση της γραφειοκρατίας, την προώθηση της διαφάνειας και την ανάπτυξη στην ΕλλάδαΕπί της ουσίας όμως το κράτος δεν έχει ανταποκριθεί μέχρι στιγμής με επάρκεια στο ρόλο του. Αυτή η υστέρηση αντανακλάται ξεκάθαρα και στις επιδόσεις της χώρας μας κατά τον δείκτη DESI. Βασικό πρόβλημα κατά την άποψή μου είναι η έλλειψη κεντρικού σχεδιασμού και πολιτικής για τη βελτίωση της ψηφιακής επίδοσης της χώρας. Παρότι η υλοποίηση δράσεων προφανώς θα πρέπει να γίνεται από πολλούς οργανισμούς ή φορείς, η κατάρτιση της στρατηγικής, η ανάθεση αρμοδιοτήτων και η εποπτεία θα πρέπει να υπάγονται σε κεντρικό μηχανισμό που σήμερα στην Ελλάδα δεν υπάρχει.

Στη Νέα Δημοκρατία πρόσφατα απευθύναμε ανοικτή πρόσκληση συμμετοχής εμπειρογνωμόνων στην κατάρτιση του κυβερνητικού μας προγράμματος. Γνωρίζω ότι πολλά μέλη του ΣΕΠΕ έχουν ήδη εκδηλώσει ενδιαφέρον. Είμαι βέβαιος ότι στην Ομάδα Εργασίας για τις Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) θα έχουν την ευκαιρία να καταθέσουν απόψεις τόσο για την αρχιτεκτονική όσο και για τις πολιτικές που απαιτούνται για την βελτίωση της ψηφιακής επίδοσης της Ελλάδας.

Στόχος μας είναι η ανακοπή της ανησυχητικής οπισθοδρόμησης και η χάραξη μιας ενημερωμένης και υλοποιήσιμης στρατηγικής για την ενίσχυση των ΤΠΕ στην χώρα μας. Πιστεύω έντονα ότι οι ΤΠΕ αποτελούν προτεραιότητα και αναγκαία συνθήκη για την προσέλκυση επενδύσεων, τη δημιουργία θέσεων εργασίας, τη μείωση της γραφειοκρατίας, την προώθηση της διαφάνειας και την ανάπτυξη στην Ελλάδα. Δεν μπορούμε να εξακολουθούμε να παραμένουμε ουραγοί στην Ευρώπη και αμέτοχοι στην «Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση». Στη Νέα Δημοκρατία καταβάλλουμε κάθε προσπάθεια ώστε το κυβερνητικό μας πρόγραμμα να αντανακλά αυτή την προτεραιότητα και θα την προσεγγίζει συστηματικά, μεθοδικά και οργανωμένα.

{{{ ArticleFiles }}}