Το ικανό εργατικό δυναμικό ο “άσσος στο μανίκι” της Ελλάδας, προκειμένου να κερδίσει το στοίχημα της καινοτομίας - Μελέτη της Εθνικής Τράπεζας

Έρευνες - Μελέτες

30 Δεκεμβρίου 2013



Σημαντική υστέρηση, παρά τη σταδιακή πρόοδο που σημειώνεται, συνεχίζει να εμφανίζει η Ελλάδα όσον αφορά τους δείκτες καινοτομίας. Την κοινή - και απαισιόδοξη - αυτή διαπίστωση έρχεται να αντισταθμίσει το γεγονός ότι η χώρα διαθέτει ικανότατο ανθρώπινο δυναμικό, που θεωρείται βασική παράμετρος για την ανάπτυξη καινοτομίας. Οι παραπάνω διαπιστώσεις περιλαμβάνονται στην εξαμηνιαία έρευνα συγκυρίας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων της Εθνικής Τράπεζας, η οποία δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα.

Σύμφωνα με την έρευνα της Εθνικής Τράπεζας, η καινοτομία αποτελεί ένα ισχυρό και διατηρήσιμο στρατηγικό πλεονέκτημα για την οικονομία και τον εταιρικό τομέα - μία κρίσιμη παράμετρος στην οποία δυστυχώς η Ελλάδα φαίνεται να υστερεί σημαντικά. Βάσει του Δείκτη Καινοτομίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Innovation Union Scoreboard), η Ελλάδα εντάσσεται στην κατηγορία των μέτρια καινοτόμων χωρών (moderate innovators) με το δείκτη να είναι 35% χαμηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (0,34 έναντι 0,54). Ακόμα πιο ανησυχητικό, όπως επισημαίνουν οι συντάκτες της μελέτης, είναι το γεγονός ότι η απόκλιση της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο μεγεθύνεται κατά την τελευταία πενταετία (στις 0,20 μονάδες το 2012 από 0,14 μονάδες το 2008).

Ειδικότερα, η υστέρηση της ελληνικής καινοτομίας προκύπτει, κυρίως, στο βιομηχανικό κλάδο (42% χαμηλότερος δείκτης από την Ευρώπη). Αντίθετα, η Ελλάδα εμφανίζει σχετικά μικρότερη απόκλιση από την Ευρώπη στον τομέα του εμπορίου και των υπηρεσιών. Βάσει του Eurobarometer (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2013), το ποσοστό των επιχειρήσεων, που καινοτομεί στην Ελλάδα, είναι 34% έναντι 42% κατά μέσο όρο στην Ευρώπη (το ποσοστό αναφέρεται σε επιχειρήσεις, που εισήγαγαν τεχνολογική καινοτομία κατά την περίοδο 2009 - 2011). Αν και η διαφορά αυτή δεν είναι σημαντική, η υστέρηση της Ελλάδας οξύνεται από το γεγονός ότι ένα υψηλό ποσοστό των καινοτόμων επιχειρήσεων στην Ελλάδα δεν πραγματοποιεί πρωτογενείς καινοτομίες, αλλά προσαρμογές καινοτομιών, που παράχθηκαν από άλλες επιχειρήσεις (36%, έναντι ενός αντίστοιχου ποσοστού 21% για την Ευρώπη). 

Ικανό δυναμικό
Σύμφωνα με την Έρευνα Καινοτομίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, από τους εξωγενείς παράγοντες, που δρουν ενισχυτικά στην ανάπτυξη καινοτομικής δραστηριότητας, βασικός για την ανάπτυξη καινοτομίας είναι η διαθεσιμότητα ικανού ανθρώπινου δυναμικού. Με όρους εκπαίδευσης, η Ελλάδα βρίσκεται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με 29% του πληθυσμού 30 - 34 ετών να είναι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (έναντι 35% στην ΕΕ). Ωστόσο, το προσωπικό αυτό δεν αξιοποιείται για την πραγματοποίηση έρευνας και ανάπτυξης στον εταιρικό τομέα, με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα να αφορά μόλις το 28% των εργαζομένων, έναντι 67% στην Ε.Ε.  

Η ερευνητική δραστηριότητα, όπως παρατηρεί η έρευνα, είναι ικανοποιητική σε όρους διεθνών δημοσιεύσεων (550 ανά εκατ. πληθυσμού, έναντι 300 κατά μέσο όρο στην Ε.Ε.), αλλά οι ερευνητικές υποδομές δεν επαρκούν για την προσέλκυση διδακτορικών φοιτητών εκτός Ευρώπης. Η χρηματοδότηση είναι ο τομέας με τη μεγαλύτερη υστέρηση, με περιορισμένες επενδύσεις κεφαλαίων τύπου venture capital για την ενίσχυση καινοτόμων επιχειρήσεων και χαμηλές δημόσιες δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη (0,4% του ΑΕΠ έναντι 0,8% στην Ε.Ε.). Αν και ο τομέας ερευνητικής δραστηριότητας είναι σχετικά ισχυρός, η επίδραση αυτού στην καινοτομία περιορίζεται από τις αδύναμες διασυνδέσεις των πανεπιστημίων με τις επιχειρήσεις για έρευνα και ανάπτυξη. Συγκεκριμένα, ο δείκτης συνεργασίας πανεπιστημίων με εταιρείες του World Economic Forum δείχνει την εντονότερη απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε σχέση με τις υπόλοιπες συνιστώσες καινοτομίας. 

Καινοτόμες επιχειρήσεις
Οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα, όπως διαπιστώνει η έρευνα, καλύπτουν μόνο το 28% των συνολικών δαπανών έρευνας και ανάπτυξης (έναντι 63% στην Ε.Ε.). Συνεπώς, οι - ούτως ή άλλως - χαμηλές συνολικές δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη στην Ελλάδα (0,6% του ΑΕΠ, έναντι 2% στην Ε.Ε. για το 2011) στηρίζονται ουσιαστικά σε δημόσια χρηματοδότηση.

Επίσης, η καινοτομία των ελληνικών επιχειρήσεων σε μεγάλο βαθμό δεν είναι πρωτογενής, καθώς η κατοχύρωση πνευματικών δικαιωμάτων καινοτομίας από ελληνικές επιχειρήσεις είναι περιορισμένη, ενώ οι - ούτως ή άλλως - λίγες πατέντες προκύπτουν, σε μεγάλο βαθμό, μέσω συνεργασίας με επιχειρήσεις του εξωτερικού (30% στην Ελλάδα, έναντι 8,5% στην Ε.Ε.). Περαιτέρω, οι ελληνικές επιχειρήσεις σημειώνουν περισσότερες δαπάνες καινοτομίας εκτός έρευνας και ανάπτυξης (0,74% του κύκλου εργασιών, έναντι 0,56% στην Ε.Ε.), όπως αγορά μηχανημάτων ή πνευματικών δικαιωμάτων. 

Εξάλλου, η χαμηλή καινοτομική δραστηριότητα των ελληνικών επιχειρήσεων αποτυπώνεται σε πενιχρά αποτελέσματα αυτής στην οικονομία: το εμπορικό ισοζύγιο προϊόντων υψηλής τεχνολογίας στην Ελλάδα είναι αρνητικό (-5,7% των εξαγωγών, έναντι 1,3% στην Ε.Ε.), ενώ οι εξαγωγές υπηρεσιών εντάσεως γνώσης καλύπτουν μόλις το 5,4% των εξαγωγών υπηρεσιών (έναντι 45,1% στην Ε.Ε.). Άλλωστε, η περιορισμένη εξασφάλιση πατεντών συνεπάγεται χαμηλά έσοδα από τη χρήση τους (0,02% του ΑΕΠ, έναντι 0,58% κατά μέσο όρο στην Ε.Ε.). 

Νατάσα Φραγκούλη

© Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Πληροφορικής & Επικοινωνιών Ελλάδας - ΣΕΠΕ, 2008 - 2013

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2019

ΤΕΥΧΟΣ

17

Έρευνα για τη βιομηχανία Tεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών 2019/ 2020

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ